Επιστολή της ΕΚΧΑ Α.Ε σε ΚΓ Σάμου & Πειραιώς για ανάρτηση στην ιστοσελίδα της των αναμορφωμένων πινάκων & διαγραμμάτων          Επιστολή της ΕΚΧΑ Α.Ε σε ΚΓ Σπάτων για ανάρτηση στην ιστοσελίδα της αναμορφωμένων πινάκων & διαγραμμάτων          ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΟΤΗΤΑΣ          ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ Ο.Δ.Ε.Ε. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 29/7/2017           ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΕΜΙΝΑΡΙΩΝ ΕΠΙΤΥΧΟΝΤΩΝ Δ.Ε. 2017          


ΙΣΗΓΟΡΙΑ : ΤΕΥΧΟΣ 52
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΩΝ
Κάνετε click εδώ για να βρείτε εύκολα και γρήγορα οποιαδήποτε διεύθυνση αναζητάτε στις μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδας.


Ανακοπή (αντιρρήσεις) κατά της εκτέλεσης

Επιμέλεια: Διονύσιος Κριάρης

ΑΝΑΚΟΠΗ (Αντιρρήσεις) κατά της εκτέλεσης

Ανακοπή κατά πλειστηριασμού. Πρέπει να στρέφεται τόσο κατά του υπερθεματιστή, όσο και κατά του επισπεύδοντα, οι οποίοι κατά τη διάταξη του άρθρου 933 § 1 ΚΠολΔ ομοδικούν αναγκαστικά. ΑΠ 124/2006, ΝοΒ 2006,  Τόμος 54, σελ. 1076Αν δεν προσβληθεί  από τον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη για ακυρότητα εντός των νομίμων προθεσμιών,  αυτός θεραπεύεται από τυχόν ακυρότητες,  εφόσον υπάρχει υπαρκτό πρόσωπο καθ' ου η εκτέλεση και δεν είναι ελαττωματική η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, από την οποία διακρίνεται η ανύπαρκτη  ή ανυπόστατη κατάσχεση, που επιφέρει το ανίσχυρο της εκτέλεσης.
ΑΠ 489/2004, Α΄ Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ Απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθ' ου που έχει καταταγεί ή του προνομίου της αρκεί για το ορισμένο της ανακοπής  κατά πίνακα κατάταξης.
Απ 1666/2003, ΧΡΙΔ 2004/346

Ø       Όταν η ΑΤΕ ΑΕ επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση, οι ανακοπές που ασκούνται κατά την  εκτελεστική διαδικασία, ανήκουν πάντοτε στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα  του Μονομελούς Πρωτοδικείου (κατάργηση του άρθρου 14 § 1 του ν. 4332/1929 που προέβλεπε καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου).

(Ειρ. Κερ. 166/2003, ΝοΒ 52/2004, σελ. 293)

Ø      Λόγο ανακοπής της ΚΠολΔ 933 μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στην καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος προς επίσπευση της εκτέλεσης. Η αντίθεση αυτή συνήθως περιλαμβάνεται στα ουσιαστικά ελαττώματα του τίτλου, μπορεί όμως και ν’ αναφέρεται στην απαίτηση ή στην περαιτέρω πορεία της διαδικασίας της εκτέλεσης.- Η διαζευκτική ευχέρεια που έχουν τα πιστωτικά ιδρύματα να συνάψουν με τον οφειλέτη τους, σε περίπτωση συνδρομής των όρων της διάταξης της § 1 του άρθρου 30 ν. 2789/2000, διακανονισμό της πληρωμής έχει σχέση κυρίως με τη βιωσιμότητα της επιχείρησης, στην οποία  χορηγήθηκε το δάνειο και γενικότερα  τη βιωσιμότητα του οφειλέτη και όχι με τον προσδιορισμό της συνολικής οφειλής, το ύψος της οποίας καθορίζεται αποκλειστικά από το νόμο.

(Μ.Πρ. Ηρ. 328/2003, ΝοΒ 52/2004, σελ. 616)

Ø      Περιεχόμενο του δικογράφου ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης και ειδικότερα λόγοι αυτής της ανακοπής. Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή περιορίζεται στα  όρια του αιτήματός της. Αυτό σημαίνει ότι εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί μόνο ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής, ο οποίος δεν άσκησε ανακοπή. – Αναγγελθέντες δανειστές έναντι των οποίων δεν αντιτάσσεται η μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο οικείο βιβλίο μεταγραφή ή εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης θεωρούνται όλοι οι δανειστές που αναγγέλθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με την Κ.Πολ.Δ. 972.- Εάν ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής έχει και άλλη απαίτηση εκτός από την ενσωματωμένη στον εκτελεστό τίτλο, οφείλει για τη συμμετοχή του και γι’ αυτή στη διαδικασία κατάταξης να την αναγγείλει σύμφωνα με τους όρους της ΚΠολ.Δ. 972.- Λόγοι διακοπής και αναστολής της παραγραφής σε περίπτωση δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης από επιταγή με τη διαδικασία της διαταγής πληρωμής. Η αναγνώριση ως λόγος διακοπής της παραγραφής,

(Εφ. Λαρ. 116/2003, ΝοΒ 52/2004, σελ. 1415)

Ø      Ανακοπή με την οποία ζητείται ακύρωση πλειστηριασμού επειδή παρακωλύθηκε η πλειοδοσία και η επίτευξη, ως εκ τούτου, μεγαλύτερου πλειστηριάσματος με ενέργειες του δανειστή  ή του υπερθεματιστή που αντιβαίνουν στην καλή πίστη αοριστία ανακοπής αν δεν καθορίζονται σ’ αυτήν τα πρόσωπα τα οποία εμποδίστηκαν να προσέλθουν στον πλειστηριασμό ή απομακρύνθηκαν απ’ αυτόν.

(ΑΠ 147/2004, ΝοΒ 52 /2004, σελ. 1564)

Ø      Προσβολή των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά στάδια (ΚΠολΔ 934) αν η ενδιάμεση πράξη δεν ήθελε προσβληθεί ως άκυρη εμπροθέσμως δεν κωλύεται η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης που γίνεται σε πρόσωπο γνωστής διαμονής, κατά τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος για τα πρόσωπα άγνωστης διαμονής, είναι άκυρη ( όχι μη υποστατή) και πρέπει να προσβληθεί μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 § 1 β΄ ΚΠολΔ αν η παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αφορά στην εγκυρότητα του ίδιου του τίτλου, τότε η προβλεπόμενη στο άρθρο 933 ΚΠολΔ. ανακοπή πρέπει να ασκηθεί μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 §1  α αν αφορά στην απαίτηση, ασκείται μέσα στην προβλεπόμενη στο άρθρο 934 §1 β, προθεσμία απόρριψη αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14.

( ΑΠ 279/2004, ΝοΒ  53/2005, σελ. 277)

Ø      Αρχή της σταδιακής προσβολής των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας (άρθρα 933 και 934 ΚΠολΔ) και οι εξ αυτής συνέπειες η κατά το άρθρο 1005 ΚΠολΔ δια πλειστηριασμού κτήση είναι παράγωγη η προβλεπόμενη στο άρθρο 1020 ΚΠολΔ πενταετής αποκλειστική προθεσμία για τη διεκδίκηση του ακινήτου, που κατακυρώθηκε στον υπερθεματιστή, είναι προθεσμία τασσόμενη στον τρίτο κύριο για τη διεκδίκηση και δεν αναγνωρίζεται στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, για τον οποίον ισχύουν οι κατά το άρθρο 934 προθεσμίες ανακοπής. ΑΠ 372/2004, ΝοΒ 53/2005, σελ. 485)

Ø      Οι λόγοι ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ., που εμπίπτει στην κατηγορία των ανακοπών των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, προτείνονται είτε με το αρχικό (εισαγωγικό) δικόγραφο της ανακοπής είτε με δικόγραφο πρόσθετων λόγων, κατά το άρθρο 585 § 2 ΚΠολΔ. απαράδεκτο απόρριψη αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αρ. 14 και 8 τροποποίηση διατάξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης με το άρθρο 4 §  35 ν. 2298/1995: σύνταξη, μεταξύ άλλων, ύστερα από την εν λόγω τροποποίηση, «περίληψης ή αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης» από τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο (συμβολαιογράφο) και όχι  «προγράμματος πλειστηριασμού» από δικαστικό επιμελητή. Η κατά το άρθρο 27 § 1 ν. 2076/1992 παύση του εκτοκισμού δανείων από τράπεζες μετά τη συμπλήρωση χρόνου δώδεκα μηνών κατά το οποίο λογισθέντες τόκοι παρέμειναν ανείσπρακτοι έχει ως συνέπεια απλώς την αδυναμία των τραπεζών να εμφανίζουν τους εν λόγω τόκους στους ισολογισμούς τους και όχι την απόσβεσή τους  και την αδυναμία είσπραξης τους απόρριψη αναιρετικών λόγων από το άρθρο 553 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ.

(ΑΠ 490/2004, ΝοΒ 53/2005, σελ. 881)

 

Ø      ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ: Αοριστία (απαράδεκτο) ανακοπής όταν σε αυτήν μνημονεύεται μόνο η απόφαση δυνάμει της οποίας εξοπλίστηκε η επίδικη απαίτηση με ειδικό προνόμιο (προσημείωση), χωρίς να αναφέρεται όμως καθόλου η έννομη σχέση από την οποία πηγάζει η απαίτηση αναίρεση κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

(ΑΠ 440/2004, ΝοΒ 53/2005, σελ. 873)

Ø      ΟΜΟΔΙΚΙΑ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ: Η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΚΠολΔ 933), όταν αυτή ασκείται μετά την κατακύρωση, πρέπει να  απευθύνεται και κατά του υπερθεματιστή και κατά του επισπεύδοντος δανειστή (αναγκαστική ομοδικία) και να επιδοθεί και στους δύο μέσα στον προβλεπόμενο στο άρθρο 934 ΚΠολΔ. Χρόνο (εδώ μέσα στην προβλεπόμενη στο άρθρο 934 §  1 εδ. γ΄ προθεσμία 90 ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως), αλλιώς είναι απαράδεκτη απόρριψη αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

(Ολ ΑΠ. 6/2005, ΝοΒ 53/2005, σελ. 1060)

Ø      Αν με βάση τη διαταγή πληρωμής άρχισε η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, ο οφειλέτης κατά του οποίου επισπεύδεται  η εκτέλεση μπορεί να αμυνθεί ασκώντας παράλληλα ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου αφενός την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ κατά της διαταγής πληρωμής και αφετέρου την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά των πράξεων της εκτέλεσης, επικαλούμενος πλην άλλων, και λόγους που αφορούν στην απαίτηση. Προϋποθέσεις για την παράλληλη άσκηση και των δύο ανακοπών. Πότε ο δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης επί της μιας ανακοπής καταλαμβάνει και τη δίκη της άλλης ανακοπής.-

(Εφ. Αθ. 7369/2004, ΝοΒ 53/2005, σελ. 1447)

- Με την ανακοπή εκ του άρθρου 933 παρ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται η εισαγωγή αντιρρήσεων που ανάγονται γενικώς στην απαίτηση. Αυτές λαμβάνονται εκ του ουσιαστικού δικαίου και είναι δυνατό να αναφέρονται στη γένεση, στην άσκηση ή στην απόσβεση της απαιτήσεως. Τα παραπάνω αναφέρονται στην ιστορική βάση και δεν πρέπει να συγχέονται με το αίτημα της ανακοπής, το οποίο κατευθύνεται πάντοτε στην ακύρωση ορισμένης διαδικαστικής πράξεως της εκτελέσεως. ΕφΑθ 8914/96 ΕλΔ 2000,188. - ... έτσι, το αίτημα της ανακοπής που στηρίζεται στην ελαττωματικότητα της απαιτήσεως είναι πάντοτε η ακύρωση ορισμένης διαδικαστικής πράξεως της εκτελέσεως καθόσον αυτή ακύρως επισπεύδεται, γιατί πάσχει η απαίτηση, την ικανοποίηση της οποίας επιδιώκει η εκτέλεση (βλ. έτσι Μπρίνια, Αναγκ. Εκτέλεσις, β~ εκδ., τομ. Α~ (1978), παρ. 152, σελ. 404 επ.). ΕφΑθ 8914/96 ΕλΔ 2000,188. - ... τέτοια περίπτωση ελαττωματικότητας της απαιτήσεως εμφανίζεται στην πώληση κινητού πράγματος (αυτοκινήτου) με παρακράτηση υπέρ του πωλητή της κυριότητας του πράγματος κατά τους όρους της ΑΚ 532 μέχρι την αποπληρωμή του τιμήματος που περιέχει τον όρο ότι η μη πληρωμή από τον αγοραστή ορισμένων ληξιπροθέσμων δόσεων του τιμήματος καθιστά απαιτητές όλες τις απομένουσες δόσεις αυτού και παρέχουν τη δυνατότητα στον πωλητή, σύμφωνα με το περιεχόμενο του περιέχοντος στη σύμβαση συμβολαιογραφικού εγγράφου, να προβεί σε άμεση εκτέλεσή του. ΕφΑθ 8914/96 ΕλΔ 2000,188. - Κατά το άρθρο 933 παρ. 4 ΚΠολΔ οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαιτήσεως, για την ικανοποίηση της οποίας γίνεται η εκτέλεση, πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως (_παραχρήμα_) αλλιώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι. Η ρύθμιση που καθιερώνει η διάταξη αυτή είναι ειδική και γι' αυτό υπερισχύει των διατάξεων της τακτικής ή της ειδικής διαδικασίας, με την οποία εκδικάζεται κατά τα λοιπά η ανακοπή, αποσκοπεί δε με το απαράδεκτο που καθιερώνει, στην αποφυγή παρελκύσεως της εκτελεστικής διαδικασίας και τον περιορισμό των δικών περί την εκτέλεση, ώστε να μην αποδυναμώνονται οι εκτελεστοί τίτλοι με την καθυστέρηση της εκτελέσεως τους. ΑΠ 622/99 ΕλΔ 2000,81, ΜΠρΛαρ 312/99 ΑρχΝ 2000,119, ΑΠ 1781/99 ΕλΔ 2000,997. - ... κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο και το σκοπό της, αλλά και από το γεγονός ότι αφορά δίκες περί την εκτέλεση, όπου οι απαιτήσεις είναι εξοπλισμένες με εκτελεστό τίτλο, άμεση απόδειξη δεν σημαίνει απλώς προαπόδειξη, με την οποία, αν και την προϋποθέτει, δεν ταυτίζεται εννοιολογικά, αλλά απόδειξη των αποσβεστικών της εκτελουμένης απαιτήσεως ισχυρισμών κατά την υποβολή τους, μόνον με έγγραφα ή δικαστική ομολογία, διότι αλλιώς κινδυνεύει να φαλκιδευθεί και το δικαίωμα του αντιδίκου για ανταπόδειξη (ΑΠ Ολ 10/93). ΑΠ 622/99 ΕλΔ 2000,81. — Από τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 1 και 4, που είναι ειδική και αποσκοπεί με το απαράδεκτο, το οποίο προβλέπει, στην αποφυγή παρελκύσεως της διαδικασίας της εκτελέσεως, στον περιορισμό των περί την εκτέλεση δικών, ώστε να μην αποδυναμώνονται οι εκτελεστοί τίτλοι με την καθυστέρηση της εκτελέσεώς τους και στη μη παρεμπόδιση του δικαιώματος ανταποδείξεως του καθού η ανακοπή, προκύπτει ότι άμεση απόδειξη δεν σημαίνει απλώς προαπόδειξη, αλλά απόδειξη των αποσβεστικών της εκτελουμένης απαιτήσεως ισχυρισμών μόνο με έγγραφα ή δικαστική ομολογία (πρβλ. ΑΠ Ολ 10/93), σε κάθε περίπτωση, είτε δηλαδή ο επικαλούμενος αποσβεστικός λόγος ανάγεται σε χρόνο πριν από την έκδοση της εκτελούμενης διαταγής πληρωμής, είτε σε μεταγενέστερο. ΑΠ 115/2001 ΕλΔ 2001,1576, Δ 2002,574, ΕΕΝ 2002,378. — Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 933 παρ. 4 άμεση απόδειξη, σημαίνει απόδειξη των αποσβεστικών της εκτελούμενης απαιτήσεως ισχυρισμών μόνο με έγγραφο ή δικαστική ομολογία. Άμεση δε απόδειξη, κατ’ άρθρο 445 ΚΠολΔ παρέχουν και τα ιδιωτικά έγγραφα, τα συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητα τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχθηκε, ως προς το ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως σ’ αυτό ανταπόδειξη. ΑΠ 253/2002 ΕλΔ 2003,148. — Η παρ. 4 του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν κάνει διάκριση μεταξύ οφειλέτη (καθού η εκτέλεση) και δανειστή, αλλά σκοπεί στην απόδειξη των ισχυρισμών που προβάλ-λονται και από τις δύο πλευρές και αναφέρονται στην καθ’ οιονδήποτε τρόπο απόσβεση της απαίτησης αμέσως, μόνο με έγγραφα και ομολογία, χωρίς άλλη διαδικαστική παρέμβαση του δικαστηρίου (εξέταση άλλων αποδεικτικών μέσων). ΕφΑθ 5968/2002 ΕλΔ 2003,826. — ... Το απαράδεκτο δηλαδή, των μη παραχρήμα αποδεικνυομένων ισχυρισμών, δεσμεύει και τους δανειστές, καλύπτει δε και τις αντενστάσεις που προτείνουν αυτοί κατά των αποσβεστικών της απαίτησης ισχυρισμών (Μπρίνιας, Η Αναγκ. Εκτελ. Εκδοση Β~, άρθρο 933 παρ. 161 Κεφ. ΙΙ, Βαθρακοκοίλη, Πολ. Δικ. άρθρο 933 αριθ. 44). ΕφΑθ 5968/2002 ΕλΔ 2003,826. - Αν στο δικόγραφο ανακοπής κατά της εκτελέσεως περιέχονται περισσότεροι λόγοι ανακοπής για την ακύρωση της ίδιας πράξεως, κάθε λόγος συνιστά αυτοτελή ιστορική βάση, πρόκειται δηλαδή για δικονομική μορφή σωρεύσεως πολλών βάσεων κατά την έννοια του άρθρου 218 ΚΠολΔ. ΕφΑθ 9955/98 ΑρχΝ 2000,640. — Η προβολή για δεύτερη φορά των ιδίων λόγων που έχουν ήδη προβληθεί κατά προγενέστερης πράξης της εκτέλεσης είναι απαράδεκτη, διότι, κατά την ορθότερη άποψη, αν ασκηθεί ανακοπή εναντίον μιας πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως, ο ανακόπτων δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει παράλληλα και άλλη ανακοπή εναντίον κάποιας από τις επόμενες πράξεις της ίδιας εκτελέσεως, επικαλούμενος τους ίδιους ακριβώς λόγους (πρβλ. ΜΠρΑγρ 161/91 Αρμ 45,1234, ΜΠρΑθ 7972/78 ΝοΒ 27,446). ΜΠρΒολ 31/2002 ΝοΒ 2002,996, ΜπρΒολ 366/2002 Δ 2002,931. — ... αν ένας αποσβεστικός ισχυρισμός προβληθεί με ανακοπή του 933 ΚΠολΔ και απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί δεν αποδείχθηκε άμεσα σύμφωνα με το άρθρο 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, δεν εμποδίζεται από το άρθρο 935 ΚΠολΔ να υποβληθεί εκκαθαρισμένος με νέα ανακοπή εναντίον άλλης πράξεως εκτελέσεως. ΜΠρΒολ 366/2002 Δ 2002,931. — ... το ίδιο ισχύει και αν ο αποσβεστικός λόγος δεν προταθεί καόλου λόγω αδυναμίας προσκομίσεως άμεσης απόδειξης. ΜΠρΒολ 366/2002 Δ 2002,931. — ... ωστόσο η νομικά ορθή αυτή θέση (ΑΠ Ολ 10/93 Δ 25,652, ΕλΔ 35,1242) προϋποθέτει απόρριψη της πρώτης ανακοπής που μάλιστα δεν παράγει ουσιαστικό δεδικασμένο για τον προταθέντα αποσβεστικό λόγο. ΜΠρΒολ 366/2002 Δ 2002,931. - Οταν η εκτέλεση απευθύνεται εναντίον του τρίτου, κυρίου ή με νόμιμο τίτλο νεμομένου το ενυπόθηκο κτήμα, αυτός έχει όλα τα δικαιώματα που παρέχονται από το Δικονομικό δίκαιο στον καθ' ού η εκτέλεση και, συνεπώς, μπορεί να προτείνει, με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, ως αντιρρήσεις, κατά της εναντίον του επισπευδόμενης εκτελέσεως, τις γνήσιες ή καταχρηστικές ενστάσεις του οφειλέτη, δια των οποίων προσβάλλεται η ενοχική απαίτηση του επισπεύδοντος, η οποία ασφαλίζεται με την υποθήκη, καθώς και λόγους και ενστάσεις που περιορίζουν εκμηδενίζουν την εμπράγματη ευθύνη του. Οίκοθεν νοείται ότι αυτός δικαιούται να προτείνει και ενστάσεις εκ των μεταξύ αυτού και του επισπεύδοντος ιδιαιτέρων σχέσεων και συμφωνιών. ΕφΘεσ 815/99 Αρμ 2000,677, ΜπρΘεσ 1761/2002 Αρμ 2002,1650. - ... αλλά, και στην περίπτωση που η εκτέλεση απευθύνεται κατά του οφειλέτη, ο τρίτος, κύριος με νόμιμο τίτλο νεμόμενος το ενυπόθηκο ακίνητο, δεν αποστερείται της δυνατότητας να ασκήσει την εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπή κατά των πράξεων εκτελέσεως, τόσο μάλλον που δικό του περιουσιακό στοιχείο εκτίθεται σε πλειστηριασμό. Γενικά λοιπόν ο τρίτος, κύριος ή με νόμιμο τίτλο νεμόμενος το ενυπόθηκο ακίνητο, πρέπει να θεωρηθεί οπλιζόμενος με όλες τις δικονομικές δυνατότητες και με όσα ένδικα βοηθήματα έχει ο καθ' ού η εκτέλεση, ακόμη και όταν η αναγκαστική εκτέλεση απευθύνεται εναντίον του οφειλέτη. ΕφΘεσ 815/99 Αρμ 2000,677. - ... άλλωστε, στην παραδοχή αυτή κατατείνει και το γεγονός ότι η ευχέρεια του ενυπόθηκου δανειστή να τοποθετήσει στη θέση του καθ' ου η εκτέλεση είτε τον οφειλέτη είτε τον τρίτο, κύριο ή με νόμιμο τίτλο νεμόμενο το ενυπόθηκο ακίνητο, στερείται πρακτικής σημασίας, αφού η επιταγή προς πληρωμή κοινοποιείται σε αμφότερους, περαιτέρω δε το σύνολο σχεδόν των διατυπώσεων της εκτελέσεως απευθύνονται και κοινοποιούνται σε αμφότερους, οι οποίοι, συνεπώς, κοινωνούν της εκτελεστικής διαδικασίας, ανεξάρτητης εναντίον ποίου εξ αυτών απευθύνεται η εκτέλεση (Μπρίνια, Αναγκ. εκτέελση, Β~ εκδ., παρ. 507, 507β~, 507γ~, Βαβούσκου, Εμπρ. Δίκαιο, 1979, σελ. 459). ΕφΘεσ 815/99 Αρμ 2000,677. - ... βεβαίως, τα ανωτέρω ισχύουν υπό την προϋπόθεση ότι το ενυπόθηκο ακίνητο αποκτήθηκε, από τον τρίτο, μετά την επ' αυτού εγγραφή της υποθήκης (ή προσημειώσεως), αφού ο προ αυτής κτησάμενος την κυριότητα του μετέπειτα υποθηκευθέντος ακινήτου δεν είναι τρίτος, κατά την έννοια του άρθρου 933 παρ. 1β~ ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή έχει κατά της αναγκαστικής διαδικασίας και εφόσον δεν φέρει παραλλήλως, ενοχική, ως οφειλέτης της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως, ευθύνη, μόνο τα εκ του άρθρου 936 ΚΠολΔ δικαιώματα (Μπρίνια ο.π.). ΕφΘεσ 815/99 Αρμ 2000,677. - Οπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 933 ΚΠολΔ αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο για την εκδίκαση της ανακοπής με την οποία ασκούνται οι αντιρρήσεις του καθού η εκτέλεση και κάθε δανειστή αυτού που έχει έννομο συμφέρον, που αφορούν το έγκυρο του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση είναι εκείνο της περιφέρειας του τόπου εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, διαφορετικά το αρμόδιο κατά το άρθρο 584 δικαστήριο. Με τη ρύθμιση αυτή που αποδίδει το δίκαιο που ίσχυε παλιά καθιερώνεται αποκλειστική δωσιδικία του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου ενεργείται η εκτέλεση (Μπρίνια Αναγκ. εκτέλεση σελ. 295). ΕιρΠειρ 481/99 ΑρχΝ 2000,149 και 714. - Αν επισπεύδεται η εκτέλεση διαταγής πληρωμής, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής, που ασκήθηκε κατ’ αυτής, δεν εμποδίζεται ο καθού η εκτέλεση να ασκήσει αντιρρήσεις και να προτείνει απόσβεση της απαίτησης που επήλθε μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής κατά το χρονικό διάστημα της κατ’ αυτού ανακοπής, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορούσε να προταθεί στη δίκη επί της ανακοπής και άρα δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο (ΑΠ 538/94 ΔΕΕ 1995,76). ΕφΘεσ 1340/2001 Αρμ 2003,42. - Κατά τη διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και επί της κατά το άρθρο 933 του ιδίου Κώδικα ανακοπής, οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής πρέπει να ασκηθούν με ξεχωριστό δικόγραφο που πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται η ανακοπή και να κοινοποιηθεί στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες* πριν από τη συζήτηση (βλ. ΑΠ 50/2004 ΕλΔ 2004, 755, ΑΠ 129/94 ΕλΔ 1995,1042, ΑΠ 1116/93 ΕΕΝ 1994,654, ΕφΑθ 10137/95 ΕλΔ 1996,1634). ΕφΑθ 9955/98 ΑρχΝ 2000,640. ----------------------------------------- • [τριάντα (30) ή όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 του ν. 3043/2002 ]. - ... για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων ανακοπής δεν αρκεί μόνο η τήρηση της άνω οκταήμερης προθεσμίας, αλλά, κατά την κρατούσα άποψη προαπαιτείται η τήρηση του χρονικού περιορισμού που ορίζεται στο άρθρο 934 ΚΠολΔ, όπως απαιτείται ακριβώς και για την ανακοπή. ΕφΑθ 9955/98 ΑρχΝ 2000,640. - Eνστάσεις κατά του δικαιώματος του ανακόπτοντος δικαιούται να προτείνει ο επισπεύδων δανειστής, ως έχων έννομο συμφέρον προς διατήρηση της εκτελέσεως. ΜΠρΘεσ 10943/99 Αρμ 2000,256. - ... δεν μπορεί όμως, κατά την ορθότερη γνώμη, να κατάσχει το παρά του οφειλέτου πωληθέν πράγμα και στην ανακοπή του τρίτου, που απέκτησε την κυριότητα, να αντιτάξει την εκ του άρθρου 939 ΑΚ αξίωσή του προς διάρρηξη της προσβάλλουσας τα δικαιώματα του απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας (Αποστολίδη, Ενοχ. Δικ., άρθρο 943), κατά κύριο λόγο διότι η διάρρηξη του άρθρου 939 ΑΚ αποτελεί διαπλαστικό δικαίωμα, χωρίς αναδρομική ενέργεια και μη δυνάμενο, κατά την κρατούσα γνώμη, να προβληθεί δι' ενστάσεως (βλ. όμως και Καργάδο, ΕρμΑΚ 943, αρ. 58, Ι. Μπρίνια, Αναγκαστική εκτέλεση, άρθρο 936 ΚΠολΔ, άρθρο 182 ΙΙ). ΜΠρΘεσ 10943/99 Αρμ 2000,256. - Η εκκρεμοδικία της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ εμποδίζει την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ όταν η δεύτερη στηρίζεται στους ίδιους λόγους, και συνεπώς επιβάλλεται η αναστολή εκδίκασης της δεύτερης ανακοπής. ΕιρΚουφ 102/99 ΑρχΝ 2000,285. - Από τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης εγείρεται μετά την κατακύρωση, πρέπει να απευθύνεται κατά του υπερθεματιστή και του επισπεύδοντος δανειστή, μεταξύ των οποίων δημιουργείται δεσμός αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατά το άρθρο 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ, γιατί η διαφορά επιδέχεται μόνο ενιαία ρύθμιση, αφού, εξαιτίας της πλήρους γι' αυτούς ταυτότητας του αντικειμένου της δίκης, δεν μπορεί να νοηθεί ουσιαστική κρίση ακυρότητας του πλειστηριασμού για τον ένα και κύρους του για τον άλλο. Η παθητική δε, νομιμοποίηση εξαρτάται από το πρόσωπο του ανακόπτοντος και το στάδιο της εκτέλεσης (ΑΠ Ολ 11/92 ΕλλΔ 33,759, ΑΠ Ολ 63/81 ΝοΒ 29,1257, ΑΠ 752/90 ΕλλΔ 32,806, ΑΠ 1257/97 ΕλΔ 39,555, ΑΠ 1406/96 ΕλλΔ 38,1128, ΕφΑθ 5376/96 ΝοΒ 45,240, ΕφΑθ 6529/98 ΕλλΔ 2000,488, ΜΠρΔρ 64/99 Αρμ 2000,1410). - Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ και 25 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος συνάγεται ότι λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στην καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή στον Κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος προς επίσπευση της εκτελέσεως. ΕφΘεσ 842/98 Αρμ 2000,415. — Από τις διατάξεις του άρθρου 933 σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 867 επ. 264, 886 επ. και 896 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εφόσον με διαιτητική ρήτρα που έχει περιληφθεί σε σύμβαση προβλέπεται ότι κάθε διένεξη μεταξύ των συμβαλλομένων, σχετική με την ερμηνεία και εφαρμογή των όρων της συμβάσεως, θα επιλύεται με διαιτησία, η κατά το στάδιο της αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίηση απαιτήσεως που απορρέει από την άνω σύμβαση, δημιουργούμενη διαφορά από την προβολή με ανακοπή αντιρρήσεων (λ.χ. ενστάσεων, γνησίων ή καταχρηστικών) κατά της απαιτήσεως, υπάγεται κατά τούτο, όσον αφορά δηλ. την απαίτηση, στη διαδικασία των διαιτητών, το κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ όμως, αρμόδιο δικαστήριο διατηρεί τη δικαιοδοσία του αφενός ως προς τους άλλους τυχόν λόγους ανακοπής οι οποίοι αφορούν την εγκυρότητα του τίτλου ή τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως και αφετέρου προς ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως εκτελέσεως σε κάθε περίπτωση ΑΠ 16/2002 ΕλΔ 2002,1007, ΕΔΚΑ 2002,612. — ... και τούτο διότι με την ανακοπή αυτή ανοίγεται ως προς την απαίτηση δίκη για διαφορά ιδιωτικού δικαίου, που έχει ως αντικείμενο απαλλοτριωτό δικαίωμα, όπως θα συνέβαινε αν περί του ιδίου δικαιώματος είχε ασκηθεί αγωγή. ΑΠ 16/2002 ΕλΔ 2002,1007, ΕΔΚΑ 2002,612. — Από τις διατάξεις των άρθρων 933 παρ. 1, 972 παρ. 1 και 151 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την άσκηση ανακοπής κατά της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως και ειδικότερα κατά του κύρους του διενεργηθέντος αναγκαστικού πλειστηριασμού από το δανειστή του οφειλέτη, κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, απαραίτητη προϋπόθεση κατά νόμο είναι η αναγγελία της απαιτήσεως του δανειστή αυτού, κατά την ανωτέρω διαδικασία και μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία, γιατί, με εξαίρεση τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή που δεν έχει υποχρέωση αναγγελίας, οι λοιποί δανειστές αν δεν αναγγελθούν νομότυπα και εμπρόθεσμα, στερούνται εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της ανακοπής αυτής και για την προσβολή με αυτήν του κύρους του πλειστηριασμού. ΑΠ 1701/2001 ΕλΔ 2002,1649. — Κατά τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση οι αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης είναι απαράδεκτες κατά την έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με το άρθρο 330 του ΚΠολΔ (ΕφΑθ 6141/92 ΕλΔ 34,1527). ΜΠρΠειρ 5625/2002 ΝοΒ 2003,279. — Όταν με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ προβάλλονται αντιρρήσεις που αφορούν μόνο την υπό εκτέλεση απαίτηση, το πολιτικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η ανακοπή αυτή, οφείλει, μετά από παραδεκτή προβολή της ενστάσεως υπαγωγής σε διαιτησία, κατά τα άρθρα 263 και 264 ΚΠολΔ, να αναβάλει την περί ακυρώσεως της προσβαλλομένης πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως απόφασή του και να παραπέμψει την εκδίκαση των αντιρρήσεων κατά της απαιτήσεως στη διαιτησία. ΑΠ Ολ 16/2002 ΕΕΝ 2003,180. — Από το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 933 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε άσκηση ανακοπής με αντιρρήσεις δεν δικαιούται ο υπερθεματιστής υπέρ του οποίου έγινε η κατακύρωση του εκπλειστηριασθέντος πράγματος. ΕφΑθ 7115/2002 ΕλΔ 2003,1416. — ... Αυτός (υπερθεματιστής) δικαιούται να ασκήσει ανακοπή μόνον όταν επισπεύδεται κατ’ αυτού αναπλειστηριασμός, στην περίπτωση μη καταβολής του πλειστηριάσματος στον υπάλληλο του πλειστηριασμού (άρθρο 965 παρ. 5 ΚΠολΔ), οπότε επέχει θέση οφειλέτη και προβάλλει αντιρρήσεις κατά της διαδικασίας του αναπλειστηριασμού για ακυρότητα της εκτέλεσης που επισπεύδεται κατ’ αυτού (ΕφΑθ 10352/95 ΕλΔ 37,1629, ΕφΑθ 1894/93 ΕλΔ 35,155, ΕφΑθ 6645/73 ΝοΒ 22,374). EφΑθ 7115/2002 EλΔ 2003,1416. — ... Στην περίπτωση αυτή η ανακοπή του υπερθεματιστή, με την οποία ζητεί την ακύρωση της διαδικασίας του αναπλειστηριασμού, πρέπει να απευθύνεται και κατά του αρχικού οφειλέτη και κατά του επισπεύδοντος τον αναπλειστηριασμό δανειστή, μεταξύ των οποίων, κατά το ανωτέρω άρθρο 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται για την ταυτότητα του νομικού λόγου και επί ανακοπής κατά της διαδικασίας του αναπλειστηριασμού, δημιουργείται σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί η διαφορά επιδέχεται μόνο ενιαία ρύθμιση, αφού λόγω της ταυτότητας του αντικειμένου της δίκης, που είναι η ακύρωση μιας πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας, δεν νοείται γι’ αυτούς να υπάρξει διαφορετική ουσιαστική κρίση ως προς το κύρος της εκτέλεσης (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ αρθρ. 933 Τομ. Ε~ σελ. 390-391, βλ. σχετ. για αναγκ. Ομοδικία μεταξύ του επισπεύδοντος και υπερθεματιστή επί ανακοπής οφειλέτη μετά την κατακύρωση ΑΠ Ολ 11/92 ΕλΔ 33,759, ΑΠ 672/74 ΝοΒ 23,282, ΕφΑθ 5376/96 ΝοΒ 45,240). ΕφΑθ 7115/2002 ΕλΔ 2003,1416. - Η δυνατότητα προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης περιορίζεται χρονικά, αν δε περάσουν άπρακτες οι προθεσμίες αυτές επέρχεται έκπτωση από το σχετικό δικαίωμα και οι πράξεις αυτές καθίστανται απρόσβλητες και είναι απαράδεκτος ο σχετικός λόγος ανακοπής (βλ. ΑΠ 1257/97 ΕλΔ 1998,555, ΑΠ 465/96 ΕλΔ 1998,346, ΑΠ 1258/97 ΕλΔ 1998,830, ΑΠ 1037/96 ΕλΔ 1998,1299). ΕφΑθ 1613/99 ΑρχΝ 2000,270. - Από τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α~ ΚΠολΔ, καθώς και αυτές των περιπτώσεων β~ και γ~ της παρ. 1 του άρθρου 933 ΚΠολΔ που καθιερώνει την αρχή της σταδιακής προσβολής των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, προκύπτει ότι η πάροδος άπρακτης της προθεσμίας του άρθρου 934 ΚΠολΔ θεραπεύει την ακυρότητα και καθιστά την πράξη απρόσβλητη. ΑΠ 622/99 ΕλΔ 2000,81, ΑΠ 312/2000 ΕλΔ 2000,711, ΜΠρΔρ 64/99 Αρμ 2000,1410 — Από το συνδυασμό των άρθρων 924, 933 παρ. 1, 934 παρ. 1-2 ΚΠολΔ, με εκείνες των άρθρων 151, 159 και 160 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επιταγή προς πληρωμή αποτελεί την πρώτη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης και συγχρόνως την προδικασία αυτής και, συνεπώς, αν η επιταγή προς πληρωμή παρουσιάζει ελάττωμα, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα, όπως είναι και η μη ακριβής περιγραφή της απαίτησης (αοριστία), η οποία συνεπάγεται ακυρότητα σε περίπτωση βλάβης, πρέπει να προσβληθεί με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ μέσα στην προθεσμία που ορίζει η παρ. 1 περ. α~ του άρθρου 934 ΚΠολΔ (ΑΠ 485/94 ΕλΔ 39,351), και δη μέσα σε δέκα πέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης που προσδιορίζεται από το νόμο, προκειμένου περί εκτελέσεως προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, στη σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης (ΕφΑθ 2576/91 ΕλΔ 33,886, 10258/89 ΕλΔ 33,600). ΜΠρΑθ 4096/2003 Δ 2003,1016. — ... Αν ο οφειλέτης ήταν παρών κατά την κατάσχεση, αφετηρία της ως άνω προθεσμίας είναι η σύνταξη της σχετικής έκθεσης, ενώ αν ήταν απών η επίδοση σ’ αυτόν της περίληψης. ΜΠρΑθ 4096/2003 Δ 2003,1016. — Οι κατά το άρθρο 934 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίες είναι δικονομικές, εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και η πάροδός τους συνεπάγεται έκπτωση από του δικαιώματος προσβολής της σχετικής πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας και την θεραπεία της τυχόν προηγηθείσας ακυρότητας αυτής. ΑΠ 93/2001 ΕλΔ 2001,696, ΑΠ 1621/2000 ΕΕΝ 2002,328. — Η παραμέληση προθεσμίας του άρθρου 934 έχει ως αποτέλεσμα το απαράδεκτο της ανακοπής που ασκείται μετά την εκπνοή της, καθώς και τη συνακόλουθη θεραπεία της άκυρης πράξεως της εκτελέσεως (ΑΠ 853/92 ΕΕΝ 1993,602, ΑΠ 744/79 ΝοΒ 28,238, ΑΠ 478/78 ΝοΒ 27,215). ΑΠ 1774/2001 ΕλΔ 2002,1384, ΕφΑθ 5317/99 ΕλΔ 2001,773. — Η ακυρότητα μιας ενδιάμεσης πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού, υπό την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης κατά το άρθρο 159 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Αν η ενδιάμεση αυτή ακυρότητα δεν ήθελε προβληθεί εμπροθέσμως, δεν κωλύεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως και η διενέργεια του πλειστηριασμού. ΑΠ 69/2001 ΕλΔ 2001,914. - Η προσβολή μεταγενέστερων πράξεων, οι οποίες στηρίζονται στην προσβαλλόμενη με την ανακοπή πράξη, εφόσον ο λόγος ακυρότητας δεν πλήττει και αυτές δεν είναι δυνατόν να προσβληθούν συγχρόνως, καθόσον μόνον η ακυρωτική απόφαση της προσβαλλομένης πράξεως που θα εκδοθεί έχει ως συνέπεια την αναδρομική ακύρωση, οπότε είναι δυνατόν να προσβληθούν και οι επί της πράξεως που ακυρώθηκε στηριζόμενες μεταγενέστερες πράξεις, εφόσον βεβαίως υφίσταται η προς τούτο προθεσμία, διαφορετικά οι μεταγενέστερες πράξεις παραμένουν απρόσβλητες. ΕφΠειρ 1103/2000 ΕΕμπΔ 2002,645. - Από τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ συνάγεται ότι τα ελαττώματα της απαιτήσεως, δηλονότι του δικαιώματος όπως απαιτήσει κάποιος την παρ' άλλου πράξη ή παράλειψη, είτε αυτά ανάγονται στη γένεση ή την άσκηση ή την απόσβεση αυτής, συνιστούν λόγους ανακοπής, υποκείμενης στην εκ της διατάξεως αυτής προθεσμία και επομένως ανακοπή, στηριζόμενη σε οποιοδήποτε γεγονός όχι μόνο καταλυτικό αλλά και παρακωλυτικό της ασκήσεως του δικαιώματος τούτου, μπορεί να ασκηθεί εντός της κατά τα άνω προθεσμίας, η οποία, σύμφωνα με την περαιτέρω διάταξη της παρ. 2 του αυτού άρθρου τοποθετείται, προκειμένης εκτελέσεως για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέχρι τη σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, θεωρουμένης ως της τελευταίας, κατά την έννοια του άρθρου 934 παρ. 1β~, πράξεως εκτελέσεως (Γέσιου - Φαλτσή, Αναγκ. Εκτέλεση, τόμος Α~, σελ. 202 επ., ΑΠ 931/79 ΝοΒ 28,276, ΑΠ 1069/75 ΝοΒ 24,394, ΕφΑθ 1884/76 Δ 8,560, ΕφΘρ 33/71 ΕΕΝ 1971,340). ΕφΘεσ 815/99 Αρμ 2000,677. — Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933, 934 παρ. 1 στοιχ. β~ και 2 και 953 παρ. 4 ΚΠολΔ, στην περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ανακοπή που αφορά το μέρος της αναγκαστικής κατασχέσεως για το λόγο ότι αυτή επιβλήθηκε σε κατά νόμον ακατάσχετο κινητό πράγμα, πρέπει να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, η οποία είναι η σύνταξη εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, διαφορετικά, δηλαδή αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, θεραπεύεται η ακυρότητα της κατασχέσεως και καθίστανται απρόσβλητες για το λόγο (ακατασχέτου) οι περαιτέρω πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, η δε σχετική αγωγή, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της, απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 872/98 ΕλΔ 40,103). ΜΠρΘεσ 22060/2001 Αρμ 2002,88. - Αν η αντίθεση της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ περιλαμβάνεται στα ουσιαστικά ελαττώματα του τίτλου (ήτοι αφορά την εγκυρότητα του τίτλου, βλ. Ιωαν. Μπρίνια, Αναγκ. Εκτέλεση, έκδ. 1992, υπό το άρθρο 934 ΚΠολΔ), όπως συμβαίνει κατά κανόνα, ο σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1α ΚΠολΔ, δηλαδή αν πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, εντός δεκαπέντε ημερών από την επόμενη της κατασχέσεως. ΕφΘεσ 842/98 Αρμ 2000,415. - ... αν όμως η αντίθεση αυτή αναφέρεται στην απαίτηση ή την περαιτέρω πορεία της διαδικασίας της εκτελέσεως ο σχετικός λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1β~ ΚΠολΔ, δηλαδή επί εκτελέσεως προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων από τη σύνταξη της εκθέσεως κατασχέσεως μέχρι τη σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (ΑΠ 236/94 ΝοΒ 43,53). ΕφΘεσ 842/98 Αρμ 2000,415. — Η διάταξη του άρθρου 147 παρ. 7 ΚΠολΔ, περί μη υπολογισμού του Αυγούστου εφαρμόζεται στις περιπτώσεις α~ και γ~ της παρ. 1 άρθρο 934 ΚΠολΔ αλλά όχι στην περίπτωση β~. ΑΠ 390/2001 ΕλΔ 2002,120. - Ιδιορρυθμία εμφανίζει η εφαρμογή των προθεσμιών του άρθρου 934 στην περίπτωση της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου (άρθρο 982 επ. ΚΠολΔ). Η δομή της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι η επιβολή της κατασχέσεως με επίδοση του κατασχετηρίου στον τρίτο αποτελεί την πρώτη μετά την επιταγή πράξη (της κυρίας διαδικασίας) της εκτελέσεως και κατά συνέπεια έκτοτε αρχίζει η δεκαπενθήμερη προθεσμία προς άσκηση ανακοπής κατά του τίτλου και των πράξεων της προδικασίας (άρθρο 934 παρ. 1α~ ΚΠολΔ). ΕφΘεσ 842/98 Αρμ 2000,415. — Από το άρθρο 936 παρ. 1 εδ. α~ και β~ ΚΠολΔ συνάγεται ότι τρίτος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως, εφόσον προσβάλλεται δικαίωμα αυτού επί του αντικειμένου της εκτελέσεως, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει κατά του καθ’ ου η εκτέλεση και ιδίως α) εμπράγματο δικαίωμα που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα του καθ’ ου η εκτέλεση, β) απαγόρευση διαθέσεως που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και συνεπάγεται κατά νόμο ακυρότητα της διαθέσεως. ΑΠ 751/2001 ΕλΔ 2002,1393. — ... ανακοπή δικαιούται επίσης να ασκήσει ο νομέας, εκτός αν ο υπέρ ου η εκτέλεση αποδείξει ότι ο καθ’ ου η εκτέλεση έχει εμπράγματο δικαίωμα επί του κατασχεθέντος επικρατέστερο της νομής. ΑΠ 751/2001 ΕλΔ 2002,1393. — ... ο τρίτος εγείροντας την εκ του άρθρου 936 ΚΠολΔ ανακοπή του προς απόκρουση της επί του αντικειμένου της εκτελέσεως επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως και διατήρηση της υπέρ αυτού επί τούτου δημιουργουμένης καταστάσεως, μπορεί να επικαλεστεί ως λόγο (βάση) της ανακοπής του, κάθε δικαίωμα που περιλαμβάνει οποιαδήποτε παρεχόμενη από το νόμο δυνατότητα ή εξουσία, δυνάμει του οποίου αποκρούεται, εν όλω ή εν μέρει, το επί του αντικειμένου της εκτελέσεως ουσιαστικό δικαίωμα του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη. ΑΠ 751/2001 ΕλΔ 2002,1393. — ... μπορεί επομένως να αποτελέσει βάση ανακοπής και το εκ του άρθρου 281 ΑΚ ουσιαστικό δικαίωμα αποκρούσεως του δικαιώματος του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη ως καταχρηστικώς ασκουμένου, αφού ο επισπεύδων ως εκείνος που ασκεί τα δικαιώματα του καθού η εκτέλεση οφειλέτη του, υπόκειται στους περιορισμούς στους οποίους θα υπέκειτο και ο τελευταίος αυτός, εάν ασκούσε το δικαίωμά του (άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ). ΑΠ 751/2001 ΕλΔ 2002,1393. — ... σε τέτοια περίπτωση καθίσταται το εν λόγω δικαίωμα του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη ανενεργό εκ του λόγου τούτου, η δε επισπευδόμενη κατ’ αυτού (δικαιώματος του οφειλέτη) αναγκαστική εκτέλεση, ως και η πραγμάτωση της απαιτήσεως του δανειστή, που με αυτήν επιδιώκεται και που αποτελεί άσκηση επίσης ουσιαστικού δικαιώματος, αποβαίνει έναντι του τρίτου ανενεργός και συνεπώς άκυρη (βλ. ΑΠ Ολ 448/83). ΑΠ 751/2001 EλΔ 2002,1393. - Ο τρίτος ασκώντας την ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ για να αποκρούσει την αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται και να διατηρήσει έτσι την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί υπέρ αυτού επί του αντικειμένου της εκτελέσεως, μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγο της ανακοπής του κάθε δικαίωμα (με την ευρεία έννοια του όρου, που περιλαμβάνει οποιαδήποτε δυνατότητα, ευχέρεια ή εξουσία που παρέχεται από το νόμο), δυνάμει του οποίου αποκρούεται, εν όλω ή εν μέρει, το ουσιαστικό δικαίωμα του οφειλέτη επί του αντικειμένου της εκτελέσεως. Επομένως μπορεί να επικαλεσθεί και το εκ τού άρθρου 281 ΑΚ δικαίωμα, αφού ο δανειστής, επισπεύδοντας αναγκαστική εκτέλεση στα δικαιώματά του οφειλέτη του, υπόκειται στους περιορισμούς, στους οποίους θα υπέκειτο και ο τελευταίος, αν ασκούσε το δικαίωμα του (ΚΠολΔ 1005 παρ. 1). ΑΠ 1414/99 ΕλΔ 2000,709, Δ 2000,630, ΜΠρΤρικ. 732/2000 ΝοΒ 2001,283. - ... αφού το ως άνω δικαίωμα του οφειλέτη καταστεί έτσι ανενεργές εκ του λόγου τούτου, η αναγκαστική εκτέλεση που στηρίζεται σ' αυτό, καθώς και η ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή που επιδιώκει, και η οποία αποτελεί επίσης άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, αποβαίνει έναντι του τρίτου ανενεργής και συνεπώς άκυρη (ΑΠ Ολ 448/84). ΑΠ 1414/99 ΕλΔ 2000,709, Δ 2000,630. — ... πράγματι, ο επισπεύδων την εκτέλεση ασκεί τα δικαιώματα του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη και συνεπώς υπόκειται στους περιορισμούς που ισχύουν και για τον τελευταίο, αν ασκούσε τα δικαιώματά του (1005 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση αυτή το εν λόγω δικαίωμα του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη καθίσταται από το λόγο αυτό ανενεργό και η επισπευδόμενη και στηριζόμενη σ’ εκείνο (δικαίωμα του οφειλέτη) αναγκαστική εκτέλεση, καθώς και η επιδιωκόμενη μ’ αυτή πραγμάτωση της απαιτήσεως του δανειστή, που επίσης αποτελεί δικαίωμα, αποβαίνει απέναντι στον τρίτο ανενεργής και συνεπώς άκυρη (βλ. ΑΠ Ολ 448/84 ΝοΒ 1985,61, ΑΠ 1402/94 ΕλΔ 1997,773). ΠΠρΣερ 80/98 ΑρχΝ 2001,82, ΜΠρΤρικ 732/2000 ΝοΒ 2001,283. - Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 936 παρ. 1 εδ. α~ και β~ του ΚΠολΔ και 281 ΑΚ συνάγεται ότι τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως, αν είναι νομέας του πράγματος που είναι αντικείμενο της εκτελέσεως, εκείνος δε κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει μεν κυριότητα επί του ως άνω πράγματος, πλην η άσκηση του εμπραγ-μάτου αυτού δικαιώματος έναντι του τρίτου είναι καταχρηστική. ΑΠ 539/2000 ΕλΔ 2000,1326. - ... το δικαίωμα αυτό του τρίτου δεν μπορεί να εμποδιστεί από το γεγονός ότι η ανακοπή πλήττει και εκείνον που επισπεύδει την εκτέλεση και υπέρ του οποίου γίνεται αυτή, αφού ο τελευταίος ασκεί τα δικαιώματά του καθ' ου η εκτέλεση (άρθρα 965 και 1005 ΚΠολΔ) και γι' αυτό υπόκειται στους περιορισμούς στους οποίους θα υπέκειτο και ο καθ' ου η εκτέλεση, αν ασκούσε το δικαίωμά του (ΑΠ Ολ 448/84). ΑΠ 539/2000 ΕλΔ 2000,1326. - Από τις διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2 και 933 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αρμόδιο για την εκδίκαση ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως δανειστών, είναι κατ' αρχήν το μονομελές πρωτοδικείο, κατ' εξαίρεση δε το ειρηνοδικείο, μόνον όταν ο εκτελεστός τίτλος είναι απόφαση αυτού. ΕφΑθ 4911/99 ΕλΔ 2000,159. - ... εκ των ορισμών αυτών, συνάγεται ότι η παράλειψη μνείας, στην ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου απευθυνομένη ανακοπή κατά πίνακα κατατάξεως δανειστών, του τίτλου εκτέλεσης, δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου αυτής, αφού, δια της μη αναφοράς τίτλου, εμπίπτοντος στην εξαίρεση των ειρηνοδικειακών τίτλων εκτελέσεως, σιωπηρώς εξυπακούεται η υπαγωγή αυτού στον κύκλο των λοιπών, εμπιπτόντων στον κανόνα εκτελεστών και ανηκόντων στην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου, τίτλων. ΕφΑθ 4911/99 ΕλΔ 2000,159. - Από το άρθρο 979 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι έννομο συμφέρον για άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης του καθ' ου στρέφει την ανακοπή του ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στη θέση του. ΑΠ 246/2001 ΕΕΝ 2002,506, ΑΠ 525/99 ΕλΔ 1999,1721, ΑΠ 1/2000 ΕλΔ 2000,390, ΕφΑθ 787/98 ΝοΒ 2000,1269, ΕφΑθ 8860/2000 ΕλΔ 2003,999. - ... το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλόμενη απαίτηση και την κατάταξη του καθ' ου η ανακοπή, εφόσον δε η διαδικασία της κατάταξης είναι ενιαία όχι όμως και αδιαίρετη η ισχύς και το δεδικασμένο της απόφασης δεν επιδρά στους μη μετασχόντες στη δίκη άλλους δανειστές, τους οποίους ούτε ωφελεί ούτε βλάπτει, εκτός αν ομοδικούν αναγκαστικώς με τον ανακόπτοντα. Τέτοιο έννομο συμφέρον υπάρχει και επί ανακοπής δανειστή ο οποίος αμφισβητεί το ύψος των εξόδων εκτελέσεως τα οποία αφήρεσε κατ' άρθρο 975 ΚΠολΔ ο υπάλληλος του πλειστηριασμού υπέρ του επισπεύδοντος δανειστή που τα προκατέβαλε και κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή. ΑΠ 246/2001 ΕΕΝ 2002,506, ΑΠ 525/99 ΕλΔ 1999,1721, ΑΠ 1/2000 ΕλΔ 2000,390, ΕφΑθ 8860/2000 ΕλΔ 2003,999. — Από τη διάταξη του άρθρου 979 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως μπορεί να ασκήσουν ο επισπεύσας την εκτέλεση δανειστής και ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης, καθώς και οι αναγγελθέντες δανειστές και να αμφισβητήσουν καθένας από αυτούς την κατάταξη οποιουδήποτε καταταγέντος δανειστή. ΑΠ 116/2001 ΕλΔ 2001,1576, ΕΕΝ 2002,378, ΜΠρΑθ 1737/2002 ΝοΒ 2002,1121, ΕφΑθ 4745/2000 ΕλΔ 2002,1073. — ... η αμφισβήτηση αυτή είναι δυνατόν να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναφερόμενη στις απαιτήσεις των καταταγέντων δανειστών, είτε στο δικονομικό δίκαιο, εφόσον αφορούν τη διαδικασία της κατατάξεως από την αναγγελία μέχρι τη σύνταξη του πίνακα κατατάξεως, δοθέντος ότι με την ανακοπή αυτή προσβάλλεται η ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού διαδικασία της κατατάξεως, που αρχίζει με την αναγγελία και λήγει με τον πίνακα και όχι η μέχρι του πλειστηριασμού και της κατακυρώσεως διαδικασία της εκτελέσεως. ΑΠ 116/2001 ΕλΔ 2001,1576, ΕΕΝ 2002,378, ΑΠ 387/2001 ΕλΔ 2002,123. — Η μη άσκηση ανακοπής, κατά τα άρθρα 933 και 934 του ΚΠολΔ, δεν αποκλείει το δικαίωμα στους δανειστές που αναγγέλθηκαν να ασκήσουν ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως και να αμφισβητήσουν την απαίτηση και του επισπεύδοντος την εκτέλεση δανειστή. ΑΠ 116/2001 ΕλΔ 2001,1576. — Με την ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ προσβάλλεται η διαδικασία της κατάταξης ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, που άρχισε με την αναγγελία και λήγει με τη σύνταξη του πίνακα και όχι η έως τον πλειστηριασμό διαδικασία της εκτελέσεως (ΑΠ 1355/98 ΕλΔ 1999,287). ΕφΑθ 5334/2001 Αρμ 2002,591, ΑΠ 1541/2000 ΕΕΝ 2002,302. — ... είναι όμως δυνατόν ο πίνακας κατάταξης, ως διαδικαστική πράξη της διαδικασίας κατάταξης, να πάσχει από ελαττώματα που εντάσσονται στη ρύθμιση των άρθρων 159 επ. ΚΠολΔ (δικονομικές ακυρότητες). Στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητηθεί η ακύρωση του πίνακα ως διαδικαστικής πράξης, για μόνο το λόγο της απαγγελθείσας ή επικειμένης ακυρώσεως του πλειστηριασμού. ΕφΑθ 5334/2001 Αρμ 2002,591. — ... πρέπει όμως να ασκηθεί προς τούτο η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και όχι η ανακοπή του άρθρου 979 ιδίου Κώδικα, καθόσον η τελευταία έχει διάφορη λειτουργία και επιδιώκει διάφορο σκοπό, δηλαδή τον έλεγχο του περιεχομένου του πίνακα κατάταξης (ΑΠ 484/89 ΕλΔ 31,1438). ΕφΑθ 5334/2001 Αρμ 2002,591. — Η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης, με την οποία προσβάλλεται η προαφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης για το λόγο ότι προκλήθηκαν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος δανειστή, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη υπαιτιότητα του επισπεύδοντος δανειστή. Διαφορετικά η ανακοπή είναι απαράδεκτη λόγω ακυρότητας του δικογράφου εξαιτίας της αοριστίας αυτής (βλ. ΑΠ 1359/98 ΕλΔ 40,307). ΜΠρΘεσ 31699/2001 Αρμ 2002,920. - Η θεωρία αντιλαμβάνεται τη βλάβη, από την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 159 αρ. 3 του ΚΠολΔ, εξαρτάται η κήρυξη της ακυρότητας της πράξεως εκτελέσεως, καταρχήν σαν βλάβη δικονομική (Π. Γέσιου - Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής εκτελέσεως, Γενικό Μέρος, σελ. 501-503). Η έννοια αυτή αναφέρεται ειδικότερα στην αποστέρηση του διαδίκου από την άσκηση των εν γένει δικαιωμάτων, δυνατοτήτων, εξουσιών ή ευχερειών υπερασπίσεως που αναγνωρίζει το δικονομικό δίκαιο. ΜΠρΔρ 64/99 Αρμ 2000,1410. - ... σύμφωνα με την ορθή έννοια του άρθρου 159 παρ. 3 (Α. Σοφιαλίδη, Δικονομική ακυρότητα σελ. 342-344), ως βλάβη που μπορεί να οδηγεί σε ακυρότητα πρέπει να νοείται εκείνη που προκαλείται από την παράβαση δικονομικής διατάξεως αυτής καθεαυτής, και όχι από την πράξη εκτελέσεως την ίδια. Ετσι, ακόμη και όταν η βλάβη συνδέεται με την περιουσία των διαδίκων, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως βλάβη δικονομική, αφού και αυτή προέρχεται από παράβαση δικονομικών διατάξεων, οι οποίες έχουν τεθεί για την επίτευξη συγκεκριμένων δικονομικών διατάξεων. Ο χαρακτηρισμός της βλάβης ως δικονομικής ακόμη και όταν αυτή εμπεριέχει οικονομικά στοιχεία, καθιστά ασφαλέστερη τη δικονομική λειτουργία της. ΜΠρΔρ 64/99 Αρμ 2000,1410. - ... και η νομολογία κατά βάση ακολουθεί την άποψη της θεωρίας, έχει ωστόσο να παρουσιάσει και παραδείγματα κηρύξεως ακυρότητας πράξεων εκτελέσεως με την επίκληση και απόδειξη βλάβης που χαρακτηρίζει περιουσιακή (ΕφΠειρ 520/88 ΕλΔ 30,187). Τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τη βλάβη πρέπει να προτείνονται κατά τρόπο εξειδικευμένο προς αποφυγή αοριστίας, αλλά και να αποδεικνύονται (ΑΠ 1257/97 ΕλΔ 39,555, ΑΠ 347/95 ΕΕΝ 1996,285, ΑΠ 652/88 ΕλΔ 31,314, ΑΠ 198/85 ΕλΔ 26,460, ΑΠ 62/83 ΕλΔ 24,940). ΜΠρΔρ 64/99 Αρμ 2000,1410. — Η κατά το σύστημα του ΚΠολΔ λειτουργία της δικονομικής ακυρότητας καθιστά αναγκαία την προσβολή των ακύρων πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, διότι δεν αναγνωρίζεται η κατά την προηγούμενη δικονομία αυτοδικαίως ισχύουσα ακυρότητα. Έτσι είναι απαραίτητη η προσβολή και η ενώπιον του δικαστηρίου εισαγωγή της άκυρης διαδικαστικής πράξεως της εκτελέσεως προς το σκοπό της δικαστικής απαγγελίας της ακυρότητας. ΕφΑθ 5317/99 ΕλΔ 2001,773. — ... αν δεν χωρήσει νομότυπη και εμπρόθεσμη προσβολή της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, αυτή καθίσταται πλέον απρόσβλητη. Η εισαγωγή αυτή της άκυρης διαδικαστικής πράξεως στο δικαστήριο θα γίνει με την ανακοπή, κατά το άρθρο 933 επ. ΚΠολΔ η οποία αποτελεί το μοναδικό ένδικο βοήθημα (ΑΠ 478/78 ΝοΒ 27,215, Μπρίνια, Αναγκ. Εκτελ. Έκδοση Β παρ. 148), αποκλειομένης της κατ’ άλλο τρόπο, πλην της ανακοπής, εισαγωγής προς εκδίκαση των αντιρρήσεων κατά της εκτελέσεως. ΕφΑθ 5317/99 ΕλΔ 2001,773. — Με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορούν να ασκηθούν αντιρρήσεις του καθού η εκτέλεση και κάθε δανειστή που έχει έννομο συμφέρον, οι οποίες αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση (βλ. σχετ. ΑΠ 156/94 ΕΕΝ 1995,78, ΑΠ 111/93 ΕΕΝ 1994,657, ΑΠ 807/77 ΕΕΝ 45,661, ΑΠ 419/75 ΝοΒ 23,1175, ΜΠρΘεσ 786/88 ΑρχΝ 39,538). ΕιρΠειρ 144/2000 ΑρχΝ 2001,105. — Λόγο ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ. ΑΠ 69/2001 ΕλΔ 2001,914. — ... αν μεν η αντίθεση αυτή αναφέρεται στην εγκυρότητα του ιδίου του εκτελεστού τίτλου και συνιστά ουσιαστικό ελάττωμα του, με την επιδίωξη εκτελέσεως δια τίτλου τυπικώς μεν εγκύρου, ο οποίος όμως επιτεύχθηκε αντιθέτως προς το άρθρο 281 ΑΚ, ο σχετικός λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1α του ΚΠολΔ, ήτοι εντός δέκα πέντε ημερών από της κατασχέσεως. ΑΠ 69/2001 ΕλΔ 2001,914. — ... αν η αντίθεση στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ αφορά στην απαίτηση ή στον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας της εκτελέσεως, ο λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, δηλαδή προκειμένου περί χρηματικών απαιτήσεων μέχρι της συντάξεως της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως. ΑΠ 69/2001 ΕλΔ 2001,914. — Αν οι λόγοι της ανακοπής αφορούν το κύρος της μετά την επιταγή πρώτης και συγχρόνως και τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, έχουν εφαρμογή οι προθεσμίες της 1γ άρθρου 934 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολ 108/81). ΑΠ 1542/2000 ΕλΔ 2001,1297. — Για το παραδεκτό των αντιρρήσεων, ήτοι της ανακοπής κατά της εκτέλεσης, του άρθρου 933 ΚΠολΔ, η ανακοπή αυτή πρέπει ν’ ασκηθεί σύμφωνα με το άρθρο 934, μέσα στα τασσόμενα, από την τελευταία διάταξη, χρονικά όρια, οπότε και οι πρόσθετοι λόγοι της ανωτέρω ανακοπής δεν αρκεί ν’ ασκούνται μόνον κατά τους γενικούς ορισμούς του άρθρου 585 παρ. 2β του ίδιου Κώδικα, το οποίο έχει και στην ανακοπή αυτή εφαρμογή, ΑΠ 1621/2000 ΕλΔ 2001,696. — ... αλλά προσέτι και ενός των χρονικών περιορισμών του παραπάνω άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού με την πάροδο άπρακτων των τελευταίων, τυχόν ακυρότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης, για οποιοδήποτε και οποτεδήποτε προβαλλόμενο λόγο, καλύπτεται, πράγμα που συνάδει στο πνεύμα της τελευταίας διάταξης με την οποία σκοπείται η ταχεία άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας. ΑΠ 1621/2000 ΕλΔ 2001,696. — Όταν υπάρχουν περισσότεροι λόγοι, νομικοί ή πραγματικοί, που όλοι μαζί, ή καθένας χωριστά, αποβλέπουν στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλ. στην ακύρωση πράξης εκτέλεσης, τότε, αν το δικαστήριο κάνει δεκτό ένα λόγο και ικανοποιώντας το αίτημα της ανακοπής, ακυρώσει την πράξη, δεν μπορεί να προχωρήσει στην έρευνα των λοιπών λόγων, οι οποίοι ήδη, μετά την ακύρωση της πράξης, είναι χωρίς αντικείμενο (ΑΠ 288/86 ΕλΔ 27,1468). ΕφΑθ 260/2001 ΕλΔ 2001,1372. — Τα πρόσωπα των διαδίκων της ανακοπής προσδιορίζονται από το άρθρο 933 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 583 ΚΠολΔ. Στο πλαίσιο αυτό η ενεργητική νομιμοποίηση προϋποθέτει πρόσωπο που να μη συμμετέσχε ή να μην προσκλήθηκε να συμμετάσχει σε εξώδικη πράξη κ.λπ. (περισσότερα Βασ. Μπρακατσούλας Ανακοπή κ.λπ. σελ. 303 επ. αλλά και Γ. Οικονομόπουλος Θ ΝΔ 205 επ., Μπέης Πολ.Δικ άρθρο 583 παρ. 1 2.1, σελ. 2414). Ειδικότερα νομιμοποιούνται ενεργητικά ο καθού η εκτέλεση, οι καθολικοί διάδοχοι τους κ.λπ. ΕιρΠειρ 144/2000 ΑρχΝ 2001,105. — Η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης εκείνου του οποίου προσβάλλεται δικαίωμα επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, το οποίο μπορεί να αντιτάξει κατά του καθού η εκτέλεση πρέπει να απευθύνεται κατά του δανειστή και του οφειλέτη (ΑΠ Ολ 63/81 ΝοΒ 29,1257, ΕφΘεσ 75/93 ΕλΔ 35,650, ΕφΘεσ 331/94 Αρμ 1994,1183), άλλως η μη απεύθυνση της ανακοπής του τρίτου κατά του επισπεύδοντος δανειστή και του καθού η εκτέλεση οφειλέτη καθιστά αυτήν απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (Βαθρακοκοίλης άρθρο 936 ΚΠολΔ παρ. 20α). ΜΠρΛαρ 381/98 ΑρχΝ 2001,431. — Αίτημα της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, που στηρίζεται σε ελάττωμα του πωληθέντος, μπορεί να είναι μόνο η ακύρωση ορισμένης διαδικαστικής πράξεως της εκτελέσεως, δεν μπορεί δε ο αγοραστής να ενώσει σ’ αυτή και αίτημα καταδίκης του επισπεύδοντα πωλητή για αντικατάσταση του πωληθέντος κατά γένος ορισμένου πράγματος με άλλο χωρίς ελάττωμα και με τον όρο της ταυτόχρονης εκ μέρους του επιστροφής του ελαττωματικού πράγματος και καταβολής του οφειλομένου (ολικά ή μερικά) τιμήματος. ΑΠ 551/2000 ΝοΒ 2001,989. — Κατά την κρατούσα άποψη η καθ’ ύλην αρμοδιότητα στην ανακοπή τρίτου (άρθρο 936 ΚΠολΔ) προσδιορίζεται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις και συγκεκριμένα από τη φύση και την αξία του δικαιώματος του τρίτου, το οποίο αποτελεί τη βάση της ανακοπής του (βλ. ΕφΠειρ 776/94 ΕλΔ 36,1309, ΕφΑθ 2117/75 ΝοΒ 23,665). ΠΠρΣερ 80/98 ΑρχΝ 2001,82. — Από τις διατάξεις του άρθρου 934 ΚΠολΔ προκύπτει ότι καθιερώνεται η κατά στάδια προσβολή της αναγκαστικής εκτέλεσης προς αποτροπή του ατόπου της προσβολής αυτής μετά από μακρό χρόνο, λόγω ακυροτήτων που είναι δυνατόν να προβληθούν πολύ ενωρίτερα. ΑΠ 312/2000 ΝοΒ 2001,624. — ... επομένως η εξάμηνη προθεσμία προσβολής της τελευταίας πράξης ισχύει για εκτέλεση που συντελείται με μία μόνο πράξη, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις των άρθρων 942, 943 και 950 ΚΠολΔ, ενώ η βραχύτερη προθεσμία των τριάντα ημερών για κινητά και των ενενήντα ημερών για τα ακίνητα ισχύει στην εκτέλεση που επιχειρείται προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η οποία ενεργείται με περισσότερες διαδοχικές πράξεις που αρχίζουν από την κατάσχεση της κινητής ή ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη και περατώνονται με τον πλειστηριασμό ή τον αναπλειστηριασμό, υπόκεινται δε σε αυτοτελή προσβολή κατά τα δύο πρώτα εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 934 ΚΠολΔ. Για το λόγο δε τούτο στις εκτελέσεις αυτές ορίστηκε βραχύτερη προθεσμία προσβολής της τελευταίας πράξης εκτέλεσης. ΑΠ 312/2000 ΝοΒ 2001,624. — Όπως προκύπτει από το άρθρο 938 ΚΠολΔ η αίτηση αναστολής, λόγω ασκήσεως ανακοπής κατά της εκτελέσεως, μπορεί να υποβληθεί ως την τελευταία συζήτηση της ανακοπής. ΜΠρΤρικ 779/2000 Δ 2001,116. — ... η πενθήμερη προθεσμία που τάσσει η παρ. 3 του άρθρου 938 ΚΠολΔ αφορά κυρίως την υποβαλλόμενη από τον οφειλέτη αίτηση μετά από άσκηση της κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής και όχι την αίτηση αναστολής του τρίτου. ΜΠρΤρικ 779/2000 Δ 2001,116. — Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 979 ΚΠολΔ, σε άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως δανειστών νομιμοποιούνται μόνον ο επισπεύδων, οι δανειστές που αναγγέλθηκαν και ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον. ΕφΑθ 1666/2000 ΝοΒ 2001,629, ΕφΑθ 6179/98 ΑρχΝ 2001,560. — ... το έννομο συμφέρον θεμελιώνουν οι συνέπειες της παραδοχής της ανακοπής κατά της κατατάξεως. Δηλαδή τέτοιο έννομο συμφέρον θεωρείται ότι υπάρχει, όταν η παραδοχή του αιτήματος της ανακοπής του δεν εξαντλείται μόνον στην ακύρωση της κατατάξεως του καθού, αλλά συνδέεται συγχρόνως και με τη δυνατότητα κατατάξεως του ανακόπτοντος. Τούτο άλλωστε επιβάλλεται να γίνει δεκτό και από το σκοπό και την οικονομία της δίκης. ΕφΑθ 1666/2000 ΝοΒ 2001,629, ΕφΑθ 6179/98 ΑρχΝ 2001,560. — ... έτσι αν παρά την ακύρωση της κατατάξεως και την εξαιτίας αυτής αποβολή του καθού κριθεί ότι ο ανακόπτων δεν δικαιούται να καταταγεί, η ανακοπή του απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος για την άσκησή της (βλ. ΑΠ 1159/98 Δ 30,436, ΑΠ 1455/98 Δ 30,35, ΑΠ 14/95 ΕλΔ 1996,109, ΕφΑθ 10137/95 ΕλΔ 1996,1634, ΕφΑθ 103/94 ΕλΔ 1994,1386, ΕφΠειρ 1873/88 ΕλΔ 1989,1484). ΕφΑθ 1666/2000 ΝοΒ 2001,629. — Οι λόγοι της ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως μπορεί να ανάγονται είτε στην ύπαρξη της απαιτήσεως του καθού η ανακοπή είτε στον προνομιακό χαρακτήρα αυτής και στην τάξη κατατάξεως, προς το σκοπό όπως ο ανακόπτων καταλάβει τη θέση του καθού η ανακοπή (βλ. ΑΠ 627/94 ΕλΔ 1995,842, ΑΠ 484/89 ΕλΔ 1990,1438, ΑΠ 1488/82 ΕΕΝ 50,612, ΕφΑθ 638/97 ΕλΔ 1997,1626, ΕφΑθ 45/97 ΕλΔ 1997,895). ΕφΑθ 4095/98 ΑρχΝ 2001,416. — Η ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ στρέφεται όχι μόνο κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη, αλλά και κατά εκείνων των δανειστών ή μη, για τους οποίους έγινε από το συντάκτη του πίνακα συμβολαιογράφο προαφαίρεση από το πλειστηρίασμα ορισμένου ποσού, που κατά το νόμο δεν έπρεπε ολικώς ή μερικώς να αφαιρεθεί (ΕφΑθ 70/89 ΝοΒ 37,1436, ΕφΑθ 1315/80 ΝοΒ 28,1206). ΕφΑθ 2984/99 ΕλΔ 2001,199.


Στις 10/02/2005


ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ
ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Γ. ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗ ΓΙΑ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ
 
ΕΓΓΡΑΦΟ Ο.Δ.Ε.Ε. ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
 
ΕΠΙΣΤΟΛΗ Ο.Δ.Ε.Ε. ΣΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΟΥ Ε.Φ.Κ.Α.
 
Φ.Ε.Κ. 14 τ. Α΄/ 9.2.2017
 
ΕΓΓΡΑΦΟ Ο.Δ.Ε.Ε. - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΘΗΓΗΤΗ Ν. ΚΑΤΗΦΟΡΗ
 
ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΕΙΣ 2017
 
Ενημέρωση σχετικά με τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 4308/2014
 
Αποτελέσματα διαγωνισμού Δ.Ε. έτους 2017
 
ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
 
Απόφαση Ε.Φ.Κ.Α. για κατασκηνώσεις 2017
 
 Αρχείο
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΠΙΜΕΛΗΤΩΝ
Αναζητήστε Δικαστικούς Επιμελητές με βάση το όνομα, το νομό και το πρωτοδικείο

Όνομα:


Νομός:


Πρωτοδικείο:


DOWNLOADS
ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΝΕΩΝ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ Δ.Ε. ΑΝΑ ΕΦΕΤΕΙΟ (ΦΕΚ 2899 τ.Β΄/30.12.15) (μέγεθος: 125 KB)
Φ.Ε.Κ. 1525 τ. Β΄21-7-2015 (μέγεθος: 114 KB)
Συγχώνευση Ειρηνοδικείων (μέγεθος: 276 KB)
Τροποποιήσεις του ν.4055 για τη δίκαιη δίκη και εύλογη διάρκεια αυτής (μέγεθος: 107KB)
ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΙΚΟΙ ΔΗΜΟΙ (μέγεθος: 4.60 MB)
ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ-ΔΗΜΟΙ (μέγεθος: 864KB)
ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΩΝ ΓΡΑΦΕΙΩΝ (μέγεθος: 1.150 KB)
Γνωμοδότηση του Επίκουρου Καθηγητή Πολιτικής Δικονομίας κ. Απόστολου Σοφιαλίδη για το Ν. 3714/2008 (μέγεθος: 119KB)
Διαβιβαστικό έγγραφο για τη Γνωμοδότηση του Ν. 3714/2008 (μέγεθος: 44ΚΒ)
ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ (μέγεθος: 38KB)
Επιτόκια υπερημερίας (μέγεθος: 53,5 KB)
Υπεύθυνη Δήλωση (μέγεθος: 24,0 KB)
ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΚΑΙ ΟΤΑ ΥΠΟ ΚΤΗΜΑΤΟΓΡΑΦΗΣΗ (Ενημέρωση 05/11/2014) (μέγεθος: 347KB)
ΗΟΜΕ   |       |    design, development & hosting by NOMIKI BIBLIOTHIKI WEB SERVICES