ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ Ο.Δ.Ε.Ε. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 29/7/2017           ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΕΜΙΝΑΡΙΩΝ ΕΠΙΤΥΧΟΝΤΩΝ Δ.Ε. 2017          ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Γ. ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗ ΓΙΑ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ          ΕΓΓΡΑΦΟ Ο.Δ.Ε.Ε. ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ          ΕΠΙΣΤΟΛΗ Ο.Δ.Ε.Ε. ΣΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΟΥ Ε.Φ.Κ.Α.          


ΙΣΗΓΟΡΙΑ : ΤΕΥΧΟΣ 51
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΩΝ
Κάνετε click εδώ για να βρείτε εύκολα και γρήγορα οποιαδήποτε διεύθυνση αναζητάτε στις μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδας.


Διάφορα περί την εκτέλεση

Επιμέλεια: Διονύσιος Κριάρης

ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Ο πλειστηριασμός διεξάγεται στο Δημοτικό ή Κοινοτικό κατάστημα του αντίστοιχου Δήμου ή Κοινότητας, όπου βρίσκεται το ακίνητο, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να ορίσει ο Υπουργός Δικαιοσύνης άλλο τόπο πλειστηριασμού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 52 §21 ΕισΝΚΠολΔ. Αντίθετα, όταν οι δημοτικές ή κοινοτικές υπηρεσίες στεγάζονται σε περισσότερες οικοδομές, η «διοίκηση» του Δήμου ( ή της Κοινότητας) μπορεί να καθορίσει ως τόπο Διενέργειας όλων των πλειστηριασμών άλλο κτίριο, από εκείνο που βρίσκεται το γραφείου του Δημάρχου ( ή του Προέδρου της Κοινότητας), χωρίς ειδική δημοσιότητα, αφού «δεν προβλέπεται από το νόμο». Διεξάγεται εγκύρως ο πλειστηριασμός ακόμα και αν στην περίληψη δεν προσδιορίζεται η συγκεκριμένη διεύθυνση του δημοτικού ή κοινοτικού κτιρίου, όπου θα διεξαχθεί ο πλειστηριασμός, αλλά αναφέρεται απλώς « το δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα ή ο συνηθισμένος τόπος των πλειστηριασμών». Σε οποιαδήποτε περίπτωση η παραβίαση της διάταξης που καθορίζει τον τόπο του πλειστηριασμού επιφέρει ακυρότητα μόνο με τη συνδρομή βλάβης, που δεν είναι δυνατό να αποκατασταθεί διαφορετικά (άρθρα 998 § 2 , 159 § 3 ΚΠολΔ). Αναγκαστική Εκτέλεση προϋποθέσεις ευθύνης του επισπεύδοντος σε αποζημίωση του υπερθεματιστή από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων εκτελέσεως αμετάκλητη ακύρωση εκτελέσεως δεν αποκλείεται να αξιώσει αποζημίωση και ο υπερθεματιστής, εφόσον  απέκτησε ακίνητο σε πλειστηριασμό, που ακυρώθηκε αμετάκλητα για ελάττωμα  που αφορά στη διαδικασία διενέργειας του, όπως η παράλειψη της επιδόσεως της περιλήψεως κατασχετήριας εκθέσεως στον τρίτο που νεμόταν το εκπλειστηριασθέν με νόμιμο τίτλο ευθύνη επισπεύδουσας Τράπεζας, που διαθέτει οργανωμένη νομική υπηρεσία.
ΙΙ. Η δράση των οργάνων της αναγκαστικής εκτέλεσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι δικαστικοί επιμελητές, αποτελεί ενάσκηση κρατικής εξουσίας, την οποία επικαλείται ο υπερού εκδόθηκε ο εκτελεστός τίτλος, για να πραγματωθεί το δικαίωμά του, που περιέχεται σ' αυτόν. Τα όργανα της εκτέλεσης ασκούν την εξουσία αυτή σύμφωνα με το νόμο, κατ' αίτηση του επισπεύδοντος, μεταξύ δε αυτού και του τελευταίου δεν υπάρχει σχέση ιδιωτικού αλλά δημοσίου δικαίου. Αυτό έχει ως συνέπεια να μην εφαρμόζονται οι αρχές του αστικού δικαίου για την πρόστηση και συνακόλουθα να μην ευθύνεται ο επισπεύδων σε αποζημίωση από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της εκτέλεσης, έναντι του υπερθεματιστή εκτός αν από πταίσμα του παρήγγειλε ή ενέκρινε την παράνομη πράξη που επέφερε τη ζημία, οπότε θεωρείται  ότι αυτός προξένησε τη ζημία (Μπρίνιας, Αναγκαστική εκτέλεση, β΄έκδ. άρθρο 927 παρ. 133, σελ 343). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ,  που ορίζει ότι "αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 και 919 του Αστικού Κώδικα",  δεν αποκλείεται να αξιώσει και ο υπερθεματιστής αποζημίωση, υπό τις προϋποθέσεις των εν λόγω άρθρων, εφόσον αυτός απέκτησε ακίνητο σε πλειστηριασμό που μεταγενέστερα ακυρώθηκε αμετάκλητα για ελάττωμα που αφορά τη διαδικασία διενέργειας του, όπως είναι η μη επίδοση από τον επισπεύδοντα της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης στον τρίτο που νεμόταν το εκπλειστηριασθέν με νόμιμο τίτλο (άρθρο 995 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η υπαιτιότητα δε (αμέλεια), που μπορεί να καταλογισθεί σ' αυτόν που επισπεύδει τον πλειστηριασμό, συνίσταται, ιδιαίτερα στην περίπτωση που πρόκειται για Τράπεζα, στο γεγονός ότι παραλείπει να διαπιστώσει (δια των προστηθέντων οργάνων της) την ύπάρξη  τρίτου, που κατέχει και νέμεται το εκπλειστηριασθέν με νόμιμο τίτλο που έχει μεταγραφεί, παρά το ότι διαθέτει οργανωμένη προς τούτο νομική υπηρεσία (βλ. ΑΠ 1401/2005 Δημ. Νόμος), ώστε να παραγγείλει τη σχετική επίδοση και εν συνεχεία να ελέγξει την πραγματοποίηση αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, με την από 21-5-2003 αγωγή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη, είχε ισχυρισθεί ότι αναδείχθηκε πλειοδότης στον αναγκαστικό πλειστηριασμό ακινήτου που διενεργήθηκε στις 22-11-2000, με επίσπευση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας τράπεζας, ο οποίος όμως στη συνέχεια ακυρώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, κατόπιν ασκήσεως τριτανακοπής εκ μέρους του ΑΚ υιού του οφειλέτη της Ε.Κ., για το λόγο ότι η επισπεύδουσα Τράπεζα δεν είχε επιδώσει και προς αυτόν, ως τρίτο που νεμόταν το εκπλειστηριασθέν με νόμιμο τίτλο, τη με αριθμό 2948/2000 επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης. Ότι η παράλειψη αυτή και η προσκληθείσα από αυτήν ακυρότητα οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) της εναγομένης και των προστηθέντων οργάνων της , εξαιτίας της οποίας ο ενάγων υπέστη ζημία , η οποία συνίσταται 1) στο ότι απώλεσε το ποσό των 1.432,78 ευρώ από τους τόκους που με πιθανότητα  και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από το δανεισμό σε τρίτους του ποσού των 8.804,11 ευρώ, που έχει καταθέσει ως εγγυοδοσία, κατά το χρονικό διάστημα των 9 μηνών που παρήλθε μέχρις ότου αυτό επιστραφεί, άλλως το ποσό των 501,47 ευρώ, από τους τόκους που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε από την τραπεζική κατάθεση του εν λόγω ποσού κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και 2) στο ότι απώλεσε το ποσό των 2.908,74 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 50% του φόρου μεταβιβάσεως που αυτός υποχρεώθηκε  να καταβάλλει, καθόσον το ποσό αυτό παρακρατήθηκε από το Δημόσιο οριστικά και δεν του επιστράφηκε μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού. Είχε ζητήσει δε με την παραπάνω αγωγή του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τα προαναφερθέντα ποσά ως αποζημίωση για τη ζημία που αυτός υπέστη, καθώς και το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη  νομική  σκέψη που προηγήθηκε, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και ορισμένη ως προς τα  αιτήματα αυτής περί καταβολής  αποζημιώσεως ποσού 2.908,74 ευρώ (υπό στοιχ. 2) και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, ορθά εφάρμοσε το νόμο, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα, με το σχετικό λόγο της ένδικής έφεσης, ελέγχονται ως αβάσιμα. Θα πρέπει δε να σημειωθεί  ότι εκ μέρους του ενάγοντος δεν πλήττεται με έφεση το κεφαλαίο της εκκαλούμενης, με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το υπό στοιχ. 1 πιο πάνω αίτημα της αγωγής.
ΙΙΙ. Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη  πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν και από τις ομολογίες αυτών αποδείχθηκαν τα εξής περιστατικά: Με επίσπευση της εναγομένης Τράπεζας, διεξήχθη στις 22.11.2000 ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.Μ.-Χ αναγκαστικός πλειστηριασμός  της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη αυτής Ε.Κ, κατά τον οποίο αναδείχθηκε πλειοδότης ο ενάγων. Συγκεκριμένα κατακυρώθηκε σ' αυτόν με τη με αριθμό 82583/22.11.2000 κατακυρωτική έκθεση το διαμέρισμα που περιγράφεται σ' αυτήν και αμέσως  μετά ο ενάγων υπέβαλε στη Ζ΄ Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης τη με αριθμό 2967/28-11-2000 δήλωση φόρου μεταβίβασης ακινήτου και κατέβαλε τον -αναλογούντα  φόρο,  που ανήλθε στο ποσό των 1.982.338 δρχ (βλ το επικαλούμενο  και προσκομιζόμενο  με αριθμό  56007/28-11-2000 διπλότυπο  είσπραξης). Ο εν λόγω όμως πλειστηριασμός ακυρώθηκε στη συνέχεια με τη με αριθμό 4447/2001 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν  ασκήσεως ανακοπής του 933 ΚΠολΔ  εκ μέρους του Α.Κ. γιου του προαναφερθέντος οφειλέτη. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της παραπάνω αποφάσεως, η ασκηθείσα ανακοπή  έγινε δεκτή, για το λόγο ότι εκ μέρους της επισπεύδουσας Τράπεζας δεν είχε κοινοποιηθεί στον ανακόπτοντα, ως τρίτο που νεμόταν το εκπλειστηριασθέν  με νόμιμο τίτλο, η με αριθμό  2948/2000 Α΄ επαναληπτική  περίληψη της κατασχετήριας  έκθεσης. Στη συνέχεια ο ενάγων ζήτησε να του επιστραφεί το ποσό του καταβληθέντος φόρου μεταβίβασης, πλην όμως εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, μέσω της αρμόδιας Ζ΄ Δ.Ο.Υ.  Θεσσαλονίκης, του καταβλήθηκε το 50 % του παραπάνω ποσού, ήτοι 2.908,74 ευρώ (αντίστοιχο του ποσού των 991.169 δρχ. ) κατ' εφαρμογή των διατάξεων των παρ. 4 και 5  του άρθρου 16 του ν. 1587/1950. Έτσι αυτός υπέστη θετική ζημία ως προς το υπόλοιπο ποσό, κατά το οποίο μειώθηκε η περιουσία του. Τα περιστατικά  δε αυτά, πέραν του ότι προκύπτουν από δημόσια έγγραφα, συνομολογούνται και από την εναγομένη . Ενόψει αυτών,  το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση, ότι η ζημία του ενάγοντος οφείλεται σε αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με αυτή. Συγκεκριμένα τα αρμόδια  όργανα της εναγομένης, που έχει οργανωμένη νομική υπηρεσία, παρέλειψαν να διαπιστώσουν την ύπαρξη τρίτου που νεμόταν το εκπλειστηριασθέν με νόμιμο τίτλο, ήτοι με συμβολαιογραφικό έγγραφο που είχε μεταγραφεί, ώστε να επισημάνουν τούτο στα αρμόδια όργανα εκτελέσεως και να ελέγξουν αν τηρήθηκε η υποχρέωση επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης και ως προς αυτόν αν και μπορούσαν ευχερώς  να πράξουν τούτο. Αποτέλεσμα  δε της αμελούς αυτής συμπεριφοράς τους ήταν να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός και να υποστεί ο ενάγων άμεση ζημία ύψους 2.908,74 ευρώ, αφού έχει απολέσει οριστικά  το ποσό αυτό. Τέλος το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, το είδος της προσβολής, το μέγεθος της βλάβης, την έλλειψη υπαιτιότητας του ενάγοντος, την περιουσιακή και κοινωνική  κατάσταση των μερών και τα διδάγματα της κοινής πείρας, οδηγείται στην κρίση ότι το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως που πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα,  για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προεκτεθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά, ανέρχεται στο ποσό των 3.000 ευρώ. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκανε δεκτή την αγωγή και στην ουσία της, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει  στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 5.908,74 ευρώ (2.908,74 +3.000), ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα, με το σχετικό  λόγο της ένδικης έφεσής της, ελέγχονται ως αβάσιμα. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η έφεση πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της και να καταδικασθεί η εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη του εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
[Η εκ μέρους του ΕφΘεσ θεμελίωση αποκλειστικά στη διάταξη του άρθρ. 940 ΚΠολΔ της αποδοχής της αγωγής αποζημιώσεως  του υπερθεματιστή κατά του επισπεύδοντος, η οποία στηριζόταν στην αμετάκλητη ακύρωση του αναγκαστικού πλειστηριασμού, εξαιτίας της παραλείψεως της κατ' άρθρ. 995 παρ. 3 ΚΠολΔ επιδόσεως της περιλήψεως κατασχετήριας εκθέσεως στον τρίτο κύριο ή νομέα, δεν είναι απολύτως πειστική, μολονότι ακολουθεί την πρόσφατη ΑΠ 1401/2005. Πράγματι, ο υπερθεματιστής δεν φαίνεται , καταρχήν,  να συγκαταλέγεται μεταξύ των προσώπων που δικαιούνται αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρ. 940 παρ. 3 ΚΠολΔ. Βέβαια, αν και στην εν λόγω  διάταξη γίνεται λόγος μόνο για αξίωση αποζημιώσεως του καθού η εκτέλεση οφειλέτη, άρα και των προσώπων που καλύπτονται από τα υποκειμενικά όρια της εκτελεστότητας κατ' άρθρ. 919 ΚΠολΔ, γίνεται ερμηνευτικά δεκτό ότι η ίδια αξίωση μπορεί να αναγνωρισθεί και στον τρίτο, ο οποίος τυχόν υπέστη αδικαιολόγητα την αναγκαστική εκτέλεση επί περιουσιακού στοιχείου του και πέτυχε ή έστω είχε δικαίωμα να πετύχει την ακύρωση της εκτελέσεως κατ΄ άρθρ.  936 ΚΠολΔ Γέσιου - Φαλτσή, Δίκαιο αναγκαστικής εκτελέσεως, γ.μ (1998) σ. 837 και 844 Μπέης, ΠολΔ, τ. 22, Αναγκαστική εκτέλεση, γ.μ. ΙΙ (2004)σ. 1509 η διάταξη του άρθρ. 940 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζεται όχι μόνο σε περίπτωση άδικης εκτελέσεως αλλά και όταν κατά την εκτέλεση υπήρξε παραβίαση ουσιώδους διαδικαστικού τύπου, με την προϋπόθεση  όμως ότι διαπιστώνεται υπαιτιότητα του επισπεύδοντος Απαλαγάκη, Επαναφορά και αποζημίωση (μετά την αναγκαστική εκτέλεση),  1994, σ. 255 επ. για τη θεμελίωση του δικαιώματος επαναφοράς στην περίπτωση του άρθρ. 940 παρ. 3 ΚΠολΔ και τις αντίστοιχες προϋποθέσεις βλ. Απαλαγάκη, Προϋποθέσεις και λειτουργία της επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση  μετά την ακύρωση της αναγκαστικής εκτελέσεως (άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ) , γνωμ, ΕλλΔνη 2003.660,662 επ. Από την άλλη πλευρά, είναι γεγονός ότι η προστασία που παρέχεται στον υπερθεματιστή μέσω της διατάξεως του άρθρου 1018 ΚΠολΔ δεν είναι σε καμία περίπτωση πλήρης, ιδίως εάν ληφθεί υπόψιν ότι η εν λόγω διάταξη δεν αφορά παρά μόνο στο πλειστηρίασμα που καταβλήθηκε από τον υπερθεματιστή, αφήνοντας ακάλυπτη τυχόν αξίωσή του για τον φόρο μεταβιβάσεως, τα τυχόν διαδικαστικά έξοδα ή διαφυγόντα κέρδη κλπ. βλ Σοφιαλίδη, Τα δικαιώματα του υπερθεματιστή σε περίπτωση ακύρωσης του πλειστηριασμού, στον τ. "Ζητήματα δικών περί την εκτέλεση", επιμ. Κ. Καλαβρός (2004) σ. 107 επ. , 123 επ. Ως προς την αποκατάσταση αυτής - της μη υπαγόμενης στην έννοια του καταβληθέντος πλειστηριάσματος - ζημίας του υπερθεματιστή υπάρχουν πράγματι κάποια  περιθώρια θεμελιώσεως ευθύνης του επισπεύδοντος. Ωστόσο, νομικό θεμέλιο αυτής της ευθύνης θα πρέπει μάλλον να είναι αποκλειστικά οι γενικές διατάξεις περί αδικοπρακτικής ευθύνης (άρθρ.914 επ. ΑΚ), χωρίς να είναι σκόπιμη η αναφορά στη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ., όπου γίνεται μεν παραπομπή στα άρθρ. 914 και 919 ΑΚ, αλλά, όπως φαίνεται να προκύπτει από  την ιστορική και ιδίως τη συστηματική ερμηνεία της, μόνο για εκείνη την αξίωση αποζημιώσεως, φορείς της οποίας είναι τα πρόσωπα εις βάρος των οποίων επισπεύσθηκε η αναγκαστική εκτέλεση. Αυτονόητο είναι ότι για τη θεμελίωση της παραπάνω αδικοπρακτικής ευθύνης του επισπεύσαντος την ακυρωθείσα αναγκαστική  εκτέλεση δανειστή θα απαιτηθεί η συνδρομή όλων των αντίστοιχων γενικών προϋποθέσεων αυτής της ευθύνης κατά τα άρθρ. 914 επ. ΑΚ, ενώ η διάταξη  του άρθρ. 940 παρ. 3 ΚΠολΔ θα είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί μόνον, προκειμένου να θεμελιωθεί στο γράμμα του νόμου η αναγωγή της αμετάκλητης ακυρώσεως της εκτελέσεως σε προϋπόθεση της ευθύνης του επισπεύσαντος δανειστή. Επίσης αυτονόητη  είναι η ευχέρεια του τελευταίου να αντιτάξει στον υπερθεματιστή όλες τις ενστάσεις που διαθέτει ο εναγόμενος με αγωγή από τα  άρθρ. 914 επ. ΑΚ και ιδίως την ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος (300ΑΚ) Σοφιαλίδης , ο.π. , σ. 124. Η θεμελίωση του συντρέχοντος πταίσματος του υπερθεματιστή μπορεί να διευκολυνθεί, κατά περίπτωση, από τη δυνατότητα του να ελέγξει προληπτικά το κύρος του πλειστηριασμού, προβαίνοντας σε έρευνα των δημόσιων βιβλίων, καθώς και του φακέλου που τηρεί ο υπάλληλος του πλειστηριασμού. ]
ΕφΘες 21/2006, Αρμ.2006, σελ 97 έως 100

Επιταγή προς εκτέλεση, που επισπεύδεται κατά το ν. δ. 17.7/13-8-1923 η παραίτηση από αυτήν, ρητή ή σιωπηρή, έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται ότι στερείται αντικειμένου η κατά της επιταγής ασκηθείσα ανακοπή μόνη  η επίδοση νέας επιταγής δεν υποδηλώνει παραίτηση από την προηγούμενη, οπότε είναι πρόδηλο το έννομο συμφέρον για ακύρωση της πρώτης επιταγής.
ΕφΑθ 8180/2004, Αρμ 2006, σελ 751

Ø      ΑΝΑΚΟΠΗ (ΠολΔ): Δεν αντιβαίνει στο άρθρο 20 § 1 Σ και στο άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ η εκδίκαση σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το εφετείο ανακοπών κατά πίνακα κατατάξεως  στο πλαίσιο της ειδικής  εκκαθάρισης του άρθρου 46 α΄ § 1 του ν. 1892/1990.

(ΑΠ 1483/2003, ΝοΒ 52/2004, σελ. 786)

Ø      ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ:  Στην έκτη τάξη των γενικών προνομιούχων δανειστών κατατάσσονται οι απαιτήσεις των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης που γεννήθηκαν κατά τη διετία πριν από τον πλειστηριασμό. Στον κρίσιμο αυτό χρόνο γέννησης δεν έχει οποιαδήποτε επίπτωση η μεταγενέστερη ταμειακή  βεβαίωση των εν λόγω απαιτήσεων.

(ΑΠ 28/2003, ΝοΒ 52/2004, σελ. 954)

Ø      ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ: Το υπέρ του Οργανισμού Εργατικής Εστίας ακατάσχετο (άρθρο 20 ν. 3467/1955) για λόγους δημόσιου συμφέροντος δεν καταργήθηκε με τον ΚΠολΔ   άκυρη κατάσχεση στα χέρια του Οργανισμού Εργατικής Εστίας ως τρίτου σε μια τέτοια  κατάσχεση δεν ισχύουν οι δυνάμει των άρθρων 987 και 262  § 2 ΚΠολΔ περιορισμοί των ενστάσεων που έχει δικαίωμα να προβάλει ο τρίτος κατά της κατασχέσεως απόρριψη αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14.

(ΑΠ 141/2004, ΝοΒ 52/2004, σελ. 1559)

Ø      ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ ΚΤΙΣΜΑΤΑ: Η από τον υπερθεματιστή κτήση κυριότητας με τη μεταγραφή της κατακυρωτικής υπέρ αυτού εκθέσεως είναι κτήση παράγωγη, με την οποία δεν θεραπεύεται η εκ της ελλείψεως κυριότητας του οφειλέτη ή εκ της απαγορεύσεως διαθέσεως, δυνάμει κανόνων αναγκαστικού δικαίου, ακυρότητα, έστω και να δεν προσεβλήθη ο πλειστηριασμός με ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 ΚΠολΔ τέτοιοι κανόνες αναγκαστικού δικαίου είναι και αυτοί που θεσπίζουν απαγόρευση διαθέσεως ακινήτου στο οποίο έχει ανεγερθεί αυθαίρετο   (ν. 1337/1983) οι κανόνες αυτοί αφορούν όμως μόνο στην εκούσια και όχι στην αναγκαστική με τον πλειστηριασμό εκποίηση η δυνάμει του αναγκαστικού πλειστηριασμού εκποίηση δεν νομιμοποιεί όμως το αυθαίρετο και ο υπερθεματιστής υπόκειται στις εκ του λόγου αυτού δεσμεύσεις και τους περιορισμούς περαιτέρω διάθεσης του ακινήτου απόρριψη αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 1ΚΠολΔ. Η οριστική ως προς ένα αίτημα (αναγνωριστικό) απόφαση του Εφετείου δεν ανακαλείται από το ίδιο Εφετείο που διέταξε αποδείξεις ως προς άλλο αίτημα, επί του οποίου αυτό αποφάνθηκε με οριστική απόφαση αργότερα απόρριψη αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.

(ΑΠ 263/2004, ΝοΒ 53/2005, σελ. 271)

Ø      ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ: Απαγορεύεται η διάθεση και με αναγκαστική εκτέλεση ακινήτου που αγοράστηκε ή ανεγέρθηκε κατά τις διατάξεις του ν. 1641/1986 με χρήματα στεγαστικών δανείων που έχουν χορηγηθεί στους δικαιούχους από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις  που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 4 §  2 του εν λόγω νόμου. Η απαγόρευση μάλιστα της κατάσχεσης στα παραπάνω ακίνητα ισχύει για μια δεκαετία από τη λήψη του δανείου, ακόμη και αν αυτό έχει εξοφληθεί.

            (ΕφΛαρ. 20/2004, ΝοΒ 53/2005, σελ. 297)

Ø      ΑΚΑΤΑΣΧΕΤΑ: Προϋποθέσεις του ακατάσχετου των κινητών πραγμάτων της  § 4 της ΚΠολΔ 953 είναι αφενός μεν να χρησιμοποιούνται αυτά προς εξυπηρέτηση και υποβοήθηση της προσωπικής εργασίας που καταβάλλει ο οφειλέτης για να αποκομίσει τα προς το ζην αναγκαία, και να πρόκειται για πράγματα σχετικά μικρής αξίας και αφετέρου να πρόκειται για πράγματα σχετικά μικρής αξίας, που δεν αντιπροσωπεύουν σοβαρό κεφάλαιο.

(ΜΠρ Βολ 3193/2004, ΝοΒ 53/2005, σελ. 925)

Ø      ΕΚΤΕΛΕΣΗ  (ΔιοικΔ): Με το άρθρο 74 § 2 ΚΕΔΕ παρέχεται σε τρίτον, κατ’ απόκλιση των όσων ορίζονται στο άρθρο 936 ΚΠολΔ, δικαίωμα ανακοπής κατά διοικητικής εκτέλεσης και μετά την περάτωσή της, μόνον όμως όταν προσβάλλεται δικαίωμα κυριότητας του τρίτου επί του αντικειμένου της εκτέλεσης και όχι κάποιο άλλο δικαίωμα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 936 ΚΠολΔ, του οποίου δεν είναι δυνατή εν προκειμένω η συμπληρωματική εφαρμογή δεν αντιβαίνει στο άρθρο 20 § 1 Σ η εν λόγω ρύθμιση του ΚΕΔΕ, δεδομένου ότι ο τρίτος δεν αποστερείται του δικαιώματος του να ασκήσει δικαστικώς με άλλο τρόπο (αγωγή) τα λοιπά (πλην της κυριότητας) δικαιώματά του επί του αντικειμένου της εκτέλεσης μη κτήση της κυριότητας χωρίς μεταγραφή στα βιβλία μεταγραφών α) της απόφασης που καταδικάζει σε δήλωση βουλήσεως (ΚΠολΔ 949) για τη μεταβίβαση ακινήτου και β) της συμβολαιογραφικής δήλωσης αποδοχής από τον υπέρ ου η καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως αλυσιτελής  ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από την παραβίαση των άρθρων 725 § 1 και 727 ΚΠολΔ σε συνδ.  προς ΚΠολΔ 715 § 1, 721 και ΑΚ 176.

(ΑΠ 121/2005,  ΝοΒ 53/2005, σελ. 1432)

Ø      ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ: Η ανακοπή  κατά πίνακα κατατάξεως   απορρίπτεται για έλλειψη  έννομου συμφέροντος όταν η αποδοχή της δεν επάγεται κατάταξη του αιτούντος το ίδιο ισχύει και όταν με την ανακοπή προσβάλλεται η προαφαίρεση των εξόδων της εκτελέσεως από το πλειστηρίασμα σύμφωνα με τα άρθρα  932, 371 και 975 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

(ΑΠ 120/2005, ΝοΒ 53/2005, σελ 1430)

Ø      ΟΦΕΙΛΗ (εις ολόκληρον): Εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 480, 481, και 1885 ΑΚ αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ υπέρ εγγυητών που δεν ήταν οφειλέτες εις ολόκληρον για το ποσό που αναγνώρισε ως οφειλόμενο το δικαστήριο από την πρωτοφειλέτιδα.

(ΑΠ 122/2005, ΝοΒ 53/2005, σελ. 1434)

Ø      Μίσθωση κατασχεμένου ακινήτου και προκαταβολή των μισθωμάτων. Οι προκαταβολές μισθωμάτων που έγιναν στον εκμισθωτή, είναι ισχυρές έναντι του υπερθεματιστή και όταν αφορούν μισθώματα πέρα από τρεις μήνες, από την εκ μέρους του υπερθεματιστή γνωστοποίηση της κατακύρωσης στο μισθωτή.

(Ολ ΑΠ 6/2004, ΔΕΕ 2004/928)

— Κατά τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του νδ της 17.7/13.8.1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών που διατηρήθηκαν σε ισχύ δια του άρθρου 52 παρ. 3 ΕισΝΚΠολΔ, η αναγκαστική εκτέλεση αρχίζει με επίδοση επιταγής προς πληρωμή που εγγράφεται στο βιβλίο κατασχέσεων και ισχύει ως αναγκαστική κατάσχεση. ΑΠ 434/2002 ΕλΔ 2003,447. — Σε περίπτωση που η τράπεζα επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση με τον υπο-νοούμενο ισχυρισμό ότι η απαίτηση της δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 ν 2789/2000, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως για τον επανακαθορι-σμό της από τον καθού η εκτέλεση και μετά από απόκρουση αυτής της αιτήσεως, η επισπεύδουσα τράπεζα πολύ περισσότερο βαρύνεται πλέον με την προαπόδειξη της βεβαιότητας της εκτελούμενης απαιτήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 915 ΚΠολΔ. ΜΠρΠειρ 2889/2003 ΔΕΕ 2003,804. — ... Η προαπόδειξη αυτής της βασικής προϋποθέσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως της βεβαιότητας της απαιτήσεως θα μπορεί στην περίπτωση αυτή να επιχειρείται ιδίως με αναγνωριστική δικαστική απόφαση, η οποία θα προσφέρει αυθεντική διάγνωση σχετικά με την ύπαρξη βέβαιης απαιτήσεως (για την ύπαρξη πιο συγκεκριμένα ή μη, υποχρεώσεως πληρώσεως του όρου του άρθρου 30 ν 2789/2000 σχετικά με την υποβολή της εκτελούμενης απαιτήσεως σε διαδικασία επανακαθορισμού). Οι πράξεις εκτελέσεως που επιχειρούνται χωρίς την προαπόδειξη αυτή και χωρίς να συγκοινοποιείται το σχετικό έγγραφο με την επιταγή (άρθρο 924) είναι άκυρες ανεξάρτητα από την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης. ΜΠρΠειρ 2889/2003 ΔΕΕ 2003,804. — ... Το άρθρο 30 ν 2789/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε, επέβαλε διαδικασία αναπροσαρμογής ορισμένων απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ποσοτικά όρια που διαγράφονται από τον ίδιο νόμο. ΜΠρΠειρ 2889/2003 ΔΕΕ 2003,804. — ... Με τη ρύθμισή του όμως αυτή, όχι μόνο κατέστησε τις απαιτήσεις αυτές εξαρτημένες από όρο, με την έννοια του άρθρου 915, αλλά καθώς ο όρος που επιβλήθηκε συνδέθηκε κατ’ αποτέλεσμα με το ύψος των προς τα πιστωτικά ιδρύματα οφειλών, ανέτρεψε συγχρόνως και το εκκαθαρισμένο των απαιτήσεων αυτών, με την έννοια του άρθρου 916 ΚΠολΔ. ΜΠρΠειρ 2889/2003 ΔΕΕ 2003,804. — ... Αν λοιπόν ληφθεί υπόψη ότι το εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως συνιστά προϋπόθεση αναγκαστικής εκτελέσεως που αντιμετωπίζεται από τον ΚΠολΔ ακόμη αυστηρότερα από την προϋπόθεση της βεβαιότητας, και ότι η ύπαρξη της επιβάλλεται και πάλι με ποινή ακυρότητας, επιβεβαιώνεται και από την άποψη αυτή η ακυρότητα των πράξεων εκτελέσεως που επιχειρούνται από τον τράπεζα (Γνωμοδότηση Πελαγίας Γέσιου-Φαλτσή, ΕλΔ 44 (τεύχος πρώτο) σελ. 102 επ., ΜΠρΘεσ 21375/2002). ΜΠρΠειρ 2889/2003 ΔΕΕ 2003,804. — Σε περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως από την Αγροτική Τράπεζα προς είσπραξη απαιτήσεώς της από σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και δια ρητής παραπομπής στις αντίστοιχες περί αλληλοχρέου λογαριασμού διατάξεις του νδ του 1923, πρέπει η επιταγή να διαλαμβάνει ως προς την απαίτηση, πέραν όσων στοιχείων απαιτούνται με το άρθρο 13 παρ. 1 ν 4332/29 αναγραφή, κάτω από αυτή, και αποσπάσματος των βιβλίων της τράπεζας, που να εμφανίζει την κίνηση του λογαριασμού και το κατάλοιπο από αυτή. ΑΠ 667/2001 Δ 2003,236. — Αναγκαστική εκτέλεση Αγροτικής τράπεζας Ελλάδος σύμφωνα με τις διατάξεις του ν 4332/29. Αντίθετος προς το Σύνταγμα, ο ν 2076/92 αρθ. 26 παρ. 9, περί πιστωτικών ιδρυμάτων, για τις μετά το 1991 συναφθείσες πιστωτικές συμβάσεις, του ν 1914/91. Αναστολή εκτελέσεως. ΕιρΚαβ 267/2002 ΑρχΝ 2003,550. — Με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 8 του ν 2076/92 καταργήθηκε η διάταξη του ιδρυτικού νόμου της ΑΤΕ, με την οποία καθιερωνόταν αποκλειστική καθ’ ύλη αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου σε δίκες που αφορούν την εκτέλεση. ΜΠρΘεσ 17749/2003 ΝοΒ 2003,1462. — Στην απαγόρευση της αναγκαστικής εκτέλεσης των περιουσιακών στοιχείων των προβληματικών επιχειρήσεων δεν εμπίπτει και η αναγκαστική εκποίηση των αποθηκευθέντων στις Γενικές Αποθήκες πραγμάτων της επιχείρησης. ΑΠ 669/2001 ΕλΔ 2001,1589. — Εξαιρούνται από τη ρύθμιση του άρθρου 30 του ν 2789/2000 (και επομένως μπορεί η Τράπεζα να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση) μόνο οι περιπτώσεις εκείνες που το κεφάλαιο και οι τόκοι από δάνεια ή πιστώσεις είχαν κριθεί υπέρ της Τράπεζας πριν από 11.2.2000 τελεσίδικα, δηλαδή με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. ΜΠρΑθ 3357/2001 ΑρχΝ 2002,47. — ... αν η απαίτηση της Τράπεζας προέρχεται από διαταγή πληρωμής που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου κατά το άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν θεωρείται ότι σε αυτήν την περίπτωση η απαίτηση έχει κριθεί τελεσίδικα (ώστε να εμπίπτει στην εξαίρεση της παρ. 8 του άρθρου 30 του ν 789/2000 και να μπορεί βάσει αυτής να διενεργηθεί αναγκαστική εκτέλεση από την Τράπεζα). Και τούτο γιατί η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση αλλά απλώς εκτελεστός τίτλος (άρθρο 904 παρ. 2ε~ ΚΠολΔ, ΕφΘεσ 394/89 ΕλΔ 30,1006, ΕφΑθ 5770/88 ΕλΔ 30,355) και δεν μπορεί να τελεσιδικήσει, απλώς ο νόμος (άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσδίδει ισχύ δεδικασμένου λόγω άπρακτης παρέλευσης της αρχικής προθεσμίας και της νέας προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής και εντεύθεν λόγω τεκμαιρόμενης έλλειψης ενδιαφέροντος του καθού η διαταγή πληρωμής προς εξαφάνισή της. ΜΠρΑθ 3357/2001 ΑρχΝ 2002,47. — Απαγορεύεται η διάθεση και με αναγκαστική εκτέλεση του ακινήτου που αγοράστηκε ή ανεγέρθηκε, κατά τις διατάξεις του ν 1641/86, με χρήματα δανείου του ΟΕΚ. Η απαγόρευση της κατασχέσεως, η οποία αν επιβληθεί είναι άκυρη, ισχύει αθροιστικώς, έως την πλήρη εξόφληση του δανείου αλλά, και σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και αν έχει εξοφληθεί το δάνειο και επί μια δεκαετία από τη λήψη του δανείου. ΑΠ 1642/2002 ΕλΔ 2003,739, ΑΠ 1171/2001 ΕλΔ2002,408. — ... Σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ανακοπή που πλήττει το κύρος της αναγκαστικής εκτέλεσης για το λόγο ότι η αναγκαστική κατάσχεση επιβλήθηκε σε ακίνητο η διάθεση του οποίου είναι κατά νόμο άκυρη, πρέπει να ασκηθεί έως τη σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης. ΑΠ 1642/2002 ΕλΔ 2003,739. — ... η απαγόρευση κατάσχεσης και εκπλειστηρίασης δεν καταλαμβάνει και την περίπτωση της επισπεύσεως εκτελέσεως από προηγούμενο του ΟΕΚ κατά την υποθηκική τάξη, ενυπόθηκο δανειστή. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, έρχεται σε αντίθεση και με το άρθρο 17 Συντ. και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. ΑΠ 1171/2001 ΕλΔ 2002,408. — ... η απαγόρευση ισχύει επί μία δεκαετία από τη λήψη του δανείου και αν ακόμη έχει εξοφληθεί αυτό. Η σχετική απαγόρευση πρέπει να προβληθεί με ανακοπή της εκτέλεσης μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, η οποία είναι η σύνταξη εκθέσεως πλειστηριασμού. ΑΠ 1647/2001 ΕλΔ 2002,1044. — Το άρθρο 422 εδαφ. β~ ΑΚ εφαρμόζεται ανάλογα και στην περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως, όταν το εκπλειστηρίασμα δεν επαρκεί για την εξόφληση όλων των χρεών προς τον ίδιο (επισπεύδοντα ή αναγγελθέντα) δανειστή, που κατατάχθηκαν στην ίδια τάξη. ΑΠ 579/2001 ΕλΔ 2002,1384.

 


Στις 10/02/2005


ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ
Φ.Ε.Κ. 14 τ. Α΄/ 9.2.2017
 
ΕΓΓΡΑΦΟ Ο.Δ.Ε.Ε. - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΘΗΓΗΤΗ Ν. ΚΑΤΗΦΟΡΗ
 
ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΕΙΣ 2017
 
Ενημέρωση σχετικά με τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 4308/2014
 
Αποτελέσματα διαγωνισμού Δ.Ε. έτους 2017
 
ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
 
Απόφαση Ε.Φ.Κ.Α. για κατασκηνώσεις 2017
 
Αίτηση συμμετοχής για κατασκηνώσεις 2017
 
Φ.Ε.Κ. 1677 τ. Β΄16/5/2017 ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΕΙΣ
 
Φ.Ε.Κ. 1884 τ. Β΄30/5/2017 ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΙ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΙ
 
 Αρχείο
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΠΙΜΕΛΗΤΩΝ
Αναζητήστε Δικαστικούς Επιμελητές με βάση το όνομα, το νομό και το πρωτοδικείο

Όνομα:


Νομός:


Πρωτοδικείο:


DOWNLOADS
ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΝΕΩΝ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ Δ.Ε. ΑΝΑ ΕΦΕΤΕΙΟ (ΦΕΚ 2899 τ.Β΄/30.12.15) (μέγεθος: 125 KB)
Φ.Ε.Κ. 1525 τ. Β΄21-7-2015 (μέγεθος: 114 KB)
Συγχώνευση Ειρηνοδικείων (μέγεθος: 276 KB)
Τροποποιήσεις του ν.4055 για τη δίκαιη δίκη και εύλογη διάρκεια αυτής (μέγεθος: 107KB)
ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΙΚΟΙ ΔΗΜΟΙ (μέγεθος: 4.60 MB)
ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ-ΔΗΜΟΙ (μέγεθος: 864KB)
ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΩΝ ΓΡΑΦΕΙΩΝ (μέγεθος: 1.150 KB)
Γνωμοδότηση του Επίκουρου Καθηγητή Πολιτικής Δικονομίας κ. Απόστολου Σοφιαλίδη για το Ν. 3714/2008 (μέγεθος: 119KB)
Διαβιβαστικό έγγραφο για τη Γνωμοδότηση του Ν. 3714/2008 (μέγεθος: 44ΚΒ)
ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ (μέγεθος: 38KB)
Επιτόκια υπερημερίας (μέγεθος: 53,5 KB)
Υπεύθυνη Δήλωση (μέγεθος: 24,0 KB)
ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΚΑΙ ΟΤΑ ΥΠΟ ΚΤΗΜΑΤΟΓΡΑΦΗΣΗ (Ενημέρωση 05/11/2014) (μέγεθος: 347KB)
ΗΟΜΕ   |       |    design, development & hosting by NOMIKI BIBLIOTHIKI WEB SERVICES